
Η λίστα ιστολογίων μου
-
Για το επάγγελμα του βιβλιοθηκάριου - Θα κάνω ένα διάλλειμα από τον κόσμο του παιδικού βιβλίου για να μιλήσω λίγο για το επάγγελμά μου, αυτό του Βιβλιοθηκονόμου. Αφορμή ένα υπέροχο βιβλίο πο...Πριν από 11 μήνες
-
Παραζαλισμένες σκέψεις μιας Αυγουστιάτικης Κυριακής - Σας είπα ότι αντιπαθώ τον Αύγουστο; Ναι, σας τα έχω ζαλίσει, ξέρω. «Μα είναι μήνας διακοπών, με υπέροχο καιρό, όλοι είναι χαλαροί», μπλα μπλα μπλα! Όχι, ό...Πριν από 9 χρόνια
-
Ντομάτες : διατήρηση στην κατάψυξη - Ο πιο εύκολος και γρήγορος τρόπος συντήρησης! Το πιο απαραίτητο από τα καλοκαιρινά λαχανικά στα χειμωνιάτικα μαγειρέματα είναι κατά τη γνώμη μου οι ντομά...Πριν από 10 χρόνια
-
-
ΣΥΝΕΛΛΗΝΕΣ ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ !!! - Αγαπητοί μου φίλοι, Σε μια από τις πιο δύσκολες στιγμές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας οι Έλληνες έδωσαν ένα μήνυμα ελπίδας και περηφάνιας με την στάση ...Πριν από 13 χρόνια
-
Ένας παράξενος άνθρωπος - Ήταν ένα κοριτσάκι που περπατούσε μόνο του στη σκοτεινή πλευρά του δρόμου μόνο του.Ξαφνικά βλέπει κάτω από μια οικοδομή έναν ναρκομανή.Τρομαγμένη συνεχίζει...Πριν από 14 χρόνια
Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2009
Η ΔΥΝΑΜΗ ΜΟΥ...

ΤΟ ΑΔΕΣΠΟΤΟ ΜΑΤΙ...
ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ...

Είμαι ρυάκι κατεβαίνω στο ποτάμι της ψυχής…..
Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2009
ΕΛΠΙΔΑ....

Βαθύ σκοτάδι απόψε…
Τη γαλήνη μου τρομοκρατεί…
Την ψυχή μου αιχμάλωτη κρατά…
Δεν έχει σωτηρία απόψε…
Οι λέξεις…
Κρύφτηκαν κι αυτές…
Γιατί η παγωνιά το κόκκαλο τρυπάει;
Του κόσμου μου ο θεός …
Στο παγερό σκοτάδι μου το Φως του θα προσμένω…
Κομμάτια τη νυχτιά να κάνει…
Ελπίδας τόξο ουράνιο…
Άχρωμων εφιαλτών κατάρα…
Ανάσα μου λυτρωτική…
ΔΕΝ ΕΧΩ ΑΛΛΟ ΤΡΟΠΟ...
ΓΙΑ ΤΗΝ ΦΙΛΗ ΜΟΥ, ΜΑΡΙΑ, ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ ΝΩΡΙΣ...

ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ Η ΚΑΡΔΙΑ

Ένα παλικάρι ήτανε μια φορά
που αγάπαγε με πάθος μια όμορφη κυρά
Μια μέρα, όπως έπαιρνε τα λάγνα της φιλιά
ζήτα μου οτιδήποτε τής λέει τρυφερά
Αν μ αγαπάς τού είπε, με νάζι και καημό
την καρδιά της μάνας σου εγώ επιθυμώ
Έτσι λοιπόν ξεκίνησε, να πάει στο πατρικό του
ποτέ του αυτός δεν πάτησε τον όρκο το δικό του
Δώσε μου μάνα την καρδιά, στα πόδια της ν αφήσω
Αν είναι γιε μου για καλό, εγώ στηνε χαρίζω
Κι έτσι της πήρε την καρδιά και χάθηκε στο δρόμο
μα σε μια πέτρα σκόνταψε και δάκρυσε απ τον πόνο
Χτύπησες μήπως γιόκα μου, ψηλό μου κυπαρίσσι
γυμνή η καρδιά τού μίλησε, προτού να ξεψυχήσει
Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2009
ΑΥΤΟΧΕΙΡΑΣ
ΜΗΝ ΜΕ ΨΑΧΝΕΙΣ...
ESPRESSO

... Έδωσα παραγγελία για τρεις εσπρέσο και δυο ποτήρια νερό χωρίς ανθρακικό και ο σερβιτόρος μουρμούριζε.
Απόρησε γιατί ζήτησα τρεις εσπρέσο; Τον πρώτο θα τον απολάμβανα ζεστό και το δεύτερο, όταν θα τον ήθελα, θα τον είχα μπροστά μου κρύο να με περιμένει, όχι να περιμένω να μου τον φέρουν. Ο τρίτος ήταν.......... ποιος ξέρει, μπορεί να ήθελα και τρίτο…
ΤΟ ΑΕΡΟΣΤΑΤΟ

Οι μέρες μου κυλούν μπερδεμένες, δραστήριες, πολυάσχολες αλλά χωρίς ευκρινείς και σαγηνευτικούς στόχους, κι αυτό είναι που με κουράζει.
Όλες οι παράμετροι της ζωής μου είναι παρούσες, μα καμιά δεν ξεχωρίζει, δεν μου προσφέρει την ένταση που πάντα επιζητούσα.
Λίγο πριν τα σαράντα μου για πρώτη φορά δεν νιώθω πραγματικά καλά, το ξεστόμισα μια μέρα, κι από τότε δεν σταμάτησα να το επαναλαμβάνω, ίσως για να πιστέψω ότι δεν είμαι καλά.
Είμαι καλά;
Και τότε τι είναι αυτό που νιώθω;
Είμαι καλά;
Είμαι καλά, σημαίνει ότι κοιμάμαι μάλλον καλά, ότι ζω μάλλον ήρεμα, όσο κι αν η λέξη δεν ταιριάζει στη συνεχή δραστηριοποίηση μου, στο συνεχές κυνήγι του χρόνου, από νωρίς το πρωί μέχρι αργά κάθε βράδυ.
Επιχειρώ με ένα πολύχρωμο αερόστατο να ανέβω ψηλά, να αντικρίσω τη ζωή μου, να πω ,σε αυτά πρέπει να προσέξω, πρέπει να προβλέψω το αποτέλεσμα.
Το αερόστατο ανεβαίνει ψηλά.
Επιτέλους, λέω, τώρα θα μάθω τα πάντα.
Αντικρίζω την πόλη σαν μια τεράστια σκηνή θεάτρου.
Εδώ παίζω κι εγώ.
Θα μάθω να σκέπτομαι με λαχτάρα...
Δεν έχω ακόμα καταλάβει ότι το αερόστατο φεύγει ήδη πολύ μακριά, η πόλη χάνεται, οι ουρανοί ανοίγουν ο ένας μετά τον άλλο έτοιμοι να να με καταπιούν.
Ο ΝΙΚΗΤΗΣ
ΦΙΛΙΑ - ΕΡΩΤΑΣ
Ο ΦΟΒΟΣ
ΚΟΥΒΕΝΤΑ...ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ...ΚΟΥΒΕΝΤΙΑΖΟΥΜΕ...

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ

Το χαρτί ξαναπιάνω, ένα στίχο να γράψω.
Το μολύβι μου παίρνω την ψυχή μου να θάψω.
Το χαρτί μένει άδειο και ο πόνος με σβήνει.
Το μολύβι πετάω, το τσιγάρο με πνίγει.
Τον ειρμό μου γυρεύω και τα μάτια μου κλείνω.
Τον χαμό μου τον βρίσκω και την πένα αφήνω,
και το δάκρυ που τρέχει το χαρτί μου ποτίζει
Η ψυχή μου στενεύει και ο πόνος μουγκρίζει.
Τις πληγές μου σκαλίζω, σιγανά μουρμουρίζω.
Τα σημάδια μου βλέπω, πουθενά δεν ελπίζω.
Το μολύβι μου ξύνω, το χαρτί μένει άδειο.
Τα όνειρα μου τα στύβω, της ψυχής μου ναυάγιο
Ματωμένες εικόνες, σαστισμένα τοπία.
Κουρασμένες υπόνοιες και πολύ δυσοσμία.
Τα τσιγάρα με πνίγουν, το τασάκι γεμίζουν,
και οι λέξεις χορεύουν στο χαρτί με ζαλίζουν.
Και οι ώρες περνούνε, η νυχτιά ξαν΄ απλώνει,
και το χέρι μου τρέμει, καθώς γράφει… ματώνει.
Το μυαλό μου ανοίγει και το στίχο μου παίρνει
κι μπαλάντα μου όμως, πάλι… μονή της μένει.
ΤΟ ΑΛΛΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟ

Βαδίζω μόνος στους δρόμους της πόλης , μιας άγνωστης πόλης. Οι σκέψεις, μου βαραίνουν την ψυχή , ακόμα και το σώμα. Σήμερα είναι όλα γκρίζα , γκρίζοι πελάτες , γκρίζα μαγαζιά, γκρίζος δρόμος , λες και ήτανε όλα βγαλμένα από παλιά ελληνική ταινία.
«Γεια σου» ακούω μια φωνή. Κοιτάω σαστισμένος..
Χαμένος μέσα στις σκέψεις μου , στις δικές μου εικόνες . Ένα γεια που βγήκε με μισή ψυχή. Χάθηκαν όλα. Χάθηκε η πόλη μου. Έχει αλλάξει, όπως αλλάζουμε άλλωστε όλοι μας.
« Ζήσε το τώρα » μου έλεγε κάποτε κάποιος φίλος. Κάποτε αυτό ήτανε το αγαπημένο μου.
Κάποτε αγαπούσα αυτή την πόλη , τα μαγαζιά της, τους δρόμους της, τους ανθρώπους της. Τώρα όλα άλλαξαν. Το δικό μου Ηράκλειο είναι αλλού. Στην κεντρική πλατεία , στους σκοτεινούς δρόμους που σε οδηγούν σε μια άλλη μεταφυσική. Εκεί που συναντιόνται οι περιφερόμενες μοναξιές και κοιτάζονται στα μάτια και είναι σαν να κάνουν κουβέντες ατέλειωτες. Περιθωριακοί , μοναχικοί , ξενύχτηδες που ανακαλύπτουν το άλλο Ηράκλειο. Όλα τότε μεταμορφώνονται και παίρνουν μορφή ποιο γλυκιά. Ψυχή μου, πώς ηρεμείς τότε. Αυτό το Ηράκλειο δεν θα το γνωρίσετε ποτέ. Όπως δεν θα γνωρίσετε και την δικιά μου ψυχή. Το ξέρω… δεν θα έρθετε ποτέ. Όπως σας τρομάζει η δική μου πόλη, σας τρομάζει και η ψυχή μου.






