Η λίστα ιστολογίων μου

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2009

Η ΔΥΝΑΜΗ ΜΟΥ...


Που είναι η δυναμή μου;
Που είναι κρυμμένη;
Σε ποιό συρτάρι την έχω βάλει!
Θεέ μου! πάνω στον πανικό έχασα το κλειδάκι.
Τι να κάνω;
Να το σπάσω;
Να το παραβιάσω;
Θα προχωρήσω...

ΤΟ ΑΔΕΣΠΟΤΟ ΜΑΤΙ...









Είναι φορές που το μάτι, αδέσποτο, συλλαμβάνει πράγματα που δεν είχε πρόθεση να δει.

Κάτι τυχαίο μπαίνει στο οπτικό σου πεδίο.

Δεν το προκάλεσες, δεν το επεδίωξες.

Και στη μέση του δρόμου, εκεί που έχεις συνηθίσει να μη συμβαίνει τίποτα,

γίνεται ένα θαύμα....

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ...


Περπατώ ξυπόλητος στις πέτρες ...
Πατώ φύλλα , κλαδάκια...
Φθινόπωρο στο μυαλό μου …
Φθινόπωρο στην κάρδια μου ...
Σταγόνες ασημένιας βροχής στο κορμί μου…
Ήλιος που έκαψε την ψυχή μου κ άφησε το αποτύπωμα του…
Πονάει ….πονάει πολύ …
Άδειοι οι δρόμοι …..γιατί ?
Άδειοι δρόμοι…
Φώτα ……γέφυρες …..δρόμοι μακρινοί ….ατέλειωτοι…. κάθε άκρη τους …..
Είμαι ρυάκι κατεβαίνω στο ποτάμι της ψυχής…..
Κάθε πετρούλα , κάθε βράχος εμπόδια μου βάζει για να σταματήσω…
Μα το νερό κυλά …..έτσι κυλώ κ εγώ ….

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2009

ΕΛΠΙΔΑ....






Βαθύ σκοτάδι απόψε…

Τη γαλήνη μου τρομοκρατεί…

Την ψυχή μου αιχμάλωτη κρατά…

Δεν έχει σωτηρία απόψε…

Οι λέξεις…

Κρύφτηκαν κι αυτές…

Γιατί η παγωνιά το κόκκαλο τρυπάει;

Του κόσμου μου ο θεός …

Στο παγερό σκοτάδι μου το Φως του θα προσμένω…

Κομμάτια τη νυχτιά να κάνει…

Ελπίδας τόξο ουράνιο…

Άχρωμων εφιαλτών κατάρα…

Ανάσα μου λυτρωτική…

ΔΕΝ ΕΧΩ ΑΛΛΟ ΤΡΟΠΟ...




Δεν έχω άλλο τρόπο…

Μέσα στους τέσσερις τοίχους ..

Μόνος…

Να χτυπώ τα πλήκτρα με μανία...

Να χαράζουν το άσπρο φόντο...

Με ματωμένες λέξεις...

Η απουσία της ζωής μου…

Σαν καρφίτσα σκληρή …

Μπαίνει στο δέρμα…

Ψάχνει…

Τρυπά θύμησες ,εικόνες...

Όνειρα κι ελπίδες ….

Και πονάει …

Πονάει πολύ …..

ΓΙΑ ΤΗΝ ΦΙΛΗ ΜΟΥ, ΜΑΡΙΑ, ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ ΝΩΡΙΣ...



Όταν ύπνος δεν με πιάνει,
αναρωτιέμαι γιατί ακόμη ο πόνος δεν μπορεί να γιάνει..
Όταν την μάνα σου αντικρύζω,
πάντα με κάνει πίσω να γυρίζω...
Όταν γέμιζες ζωή και όλοι για σένα μιλούσαν,
μα τελικά πως τα κατάφερες και όλοι το μνήμα σου φιλούσαν;
Γιατί να στέκεται μόνο η φωτογραφία σου εκεί
και οι φίλοι σου να μην προλάβουν να πιούν ένα τελευταίο ποτήρι κρασί;
Να το πιουν μαζί σου με το χαμογελό σου,
που τώρα μόνο το δάκρυ τους μπορούν να δώσουν!
Όταν σε τρώει η αδικία της ζωής,
κανένας δεν μπορεί να παρηγορήσει τους γονείς...
Τα αδέρφια σου στα πόδια τους προσπαθούνε να σταθούνε,
μα όλοι ένα αστέρι κοιτάζουμε για να σε δούμε.
Ένα αστέρι κοιτάζουμε γιατί έτσι έλαμπες και σύ,
μα ποτέ το κενό που μας άφησες δεν θα καλυφθεί!!!

ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ Η ΚΑΡΔΙΑ




Ένα παλικάρι ήτανε μια φορά

που αγάπαγε με πάθος μια όμορφη κυρά


Μια μέρα, όπως έπαιρνε τα λάγνα της φιλιά

ζήτα μου οτιδήποτε τής λέει τρυφερά

Αν μ αγαπάς τού είπε, με νάζι και καημό

την καρδιά της μάνας σου εγώ επιθυμώ


Έτσι λοιπόν ξεκίνησε, να πάει στο πατρικό του

ποτέ του αυτός δεν πάτησε τον όρκο το δικό του

Δώσε μου μάνα την καρδιά, στα πόδια της ν αφήσω

Αν είναι γιε μου για καλό, εγώ στηνε χαρίζω


Κι έτσι της πήρε την καρδιά και χάθηκε στο δρόμο

μα σε μια πέτρα σκόνταψε και δάκρυσε απ τον πόνο

Χτύπησες μήπως γιόκα μου, ψηλό μου κυπαρίσσι

γυμνή η καρδιά τού μίλησε, προτού να ξεψυχήσει

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2009

ΑΥΤΟΧΕΙΡΑΣ





















Γυμνό…

Το αίμα μαύρο

Ερέβους απόσταγμα.

Γυμνό…

Τα νύχια κομμένα

Με μαχαίρι .

Γυμνό…

Τρίχες ξεριζωμένες

Βίαιο ξύπνημα της σάρκας .

Γυμνό…

Στο πάτωμα .

Ακίνητος .

Γυμνό…

ΜΗΝ ΜΕ ΨΑΧΝΕΙΣ...



Πάλι μόνος με την μοναξιά μου, στους δικούς μου φόβους. Τώρα δεν με βλέπει κανείς.
Ευτυχώς.
Κρύβομε και εγώ μέσα στις διαδικτυακές διαδρομές. Δεν θα με βρεις ποτέ.
Το ξέρω το είχες δει τότε που έφευγα. Στα μάτια μου.
Μου είπες καλό ταξίδι.
Δεν θα σε ξαναδώ ποτέ.
Έσκυψα το κεφάλι και έφυγα.

ESPRESSO

















... Έδωσα παραγγελία για τρεις εσπρέσο και δυο ποτήρια νερό χωρίς ανθρακικό και ο σερβιτόρος μουρμούριζε.
Απόρησε γιατί ζήτησα τρεις εσπρέσο; Τον πρώτο θα τον απολάμβανα ζεστό και το δεύτερο, όταν θα τον ήθελα, θα τον είχα μπροστά μου κρύο να με περιμένει, όχι να περιμένω να μου τον φέρουν. Ο τρίτος ήταν.......... ποιος ξέρει, μπορεί να ήθελα και τρίτο…

ΤΟ ΑΕΡΟΣΤΑΤΟ

















Οι μέρες μου κυλούν μπερδεμένες, δραστήριες, πολυάσχολες αλλά χωρίς ευκρινείς και σαγηνευτικούς στόχους, κι αυτό είναι που με κουράζει.
Όλες οι παράμετροι της ζωής μου είναι παρούσες, μα καμιά δεν ξεχωρίζει, δεν μου προσφέρει την ένταση που πάντα επιζητούσα.
Λίγο πριν τα σαράντα μου για πρώτη φορά δεν νιώθω πραγματικά καλά, το ξεστόμισα μια μέρα, κι από τότε δεν σταμάτησα να το επαναλαμβάνω, ίσως για να πιστέψω ότι δεν είμαι καλά.
Είμαι καλά;
Και τότε τι είναι αυτό που νιώθω;
Είμαι καλά;
Είμαι καλά, σημαίνει ότι κοιμάμαι μάλλον καλά, ότι ζω μάλλον ήρεμα, όσο κι αν η λέξη δεν ταιριάζει στη συνεχή δραστηριοποίηση μου, στο συνεχές κυνήγι του χρόνου, από νωρίς το πρωί μέχρι αργά κάθε βράδυ.
Επιχειρώ με ένα πολύχρωμο αερόστατο να ανέβω ψηλά, να αντικρίσω τη ζωή μου, να πω ,σε αυτά πρέπει να προσέξω, πρέπει να προβλέψω το αποτέλεσμα.
Το αερόστατο ανεβαίνει ψηλά.
Επιτέλους, λέω, τώρα θα μάθω τα πάντα.
Αντικρίζω την πόλη σαν μια τεράστια σκηνή θεάτρου.
Εδώ παίζω κι εγώ.
Θα μάθω να σκέπτομαι με λαχτάρα...
Δεν έχω ακόμα καταλάβει ότι το αερόστατο φεύγει ήδη πολύ μακριά, η πόλη χάνεται, οι ουρανοί ανοίγουν ο ένας μετά τον άλλο έτοιμοι να να με καταπιούν.

Ο ΝΙΚΗΤΗΣ



Την ιστορία τη γράφει πάντα ο νικητής, αλλά την ιστορία ενός έρωτα τη γράφει ο ηττημένος, αυτός που ένιωσε να τον εγκαταλείπουν ή να τον αγνοούν.

Ίσως γι αυτό οι ερωτικές ιστορίες έχουν μια πικρή γεύση, κι ας μιλούν για τις πιο έντονες στιγμές του ανθρώπου

ΦΙΛΙΑ - ΕΡΩΤΑΣ

Τι γίνεται όταν η φιλία περιφρονεί τον έρωτα;
Τι γίνεται όταν ο έρωτας προδώσει τη φιλία;
Πως επανορθώνονται τα σφάλματα της καρδιάς και του νου;
Πως ξανακερδίζεται η εμπιστοσύνη στο φίλο και στον ερωτικό σύντροφο;
Πως συμφιλιώνεσαι με τον εαυτό σου όταν παραδεχτείς ότι, όσο κι αν επηρεάστηκες, οι αποφάσεις και οι πράξεις ήταν δικές σου και μόνο;
Το ποιος έφταιξε περισσότερο ή λιγότερο ας το απαντήσει ο καθένας μόνος του.
Είναι, τελικά, τόσο προσωπική υπόθεση ο απολογισμός, που δεν αλλάζει τίποτα.

Ο ΦΟΒΟΣ


Αυτός που τρέμει τα φίδια, με τι σκέψη του τα προσκαλεί.
Αυτός που προσπαθεί να διακρίνει τα υπαρκτά από τα ανύπαρκτα, πορεύεται με τα μάτια δεμένα.
Κι όποιος φοβάται το τέλος του κόσμου, ίσως και να το εύχεται.

ΚΟΥΒΕΝΤΑ...ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ...ΚΟΥΒΕΝΤΙΑΖΟΥΜΕ...


Κουβέντα... κουβέντες... κουβεντιάζουμε... τι ωραίες λέξεις!
Έτσι με λίγες ζεστές και αληθινές κουβέντες ξεκινήσαμε μια μέρα τη φιλία μας.
Κουβέντες καρδιάς και ψυχής, κουβέντες ζωής και οραμάτων, κουβέντες που έρχονται από το παρελθόν και σε ταξιδεύουν στο χώρο και στο χρόνο.
Κουβέντες τίμιες, γνήσιες που στάζουν πείρα, γνώση, ανθρωπιά.
Κουβέντες που καταγράφουν εμπειρίες και βιώματα.
Κουβέντες που διαμορφώνουν την ποιότητα και τον τρόπο σκέψης των ανθρώπων που κυνηγούν πάντα την εντιμότητα, την αξιοπρέπεια, τη συνέπεια , αλλά και του καθημερινού βίου.
Κουβέντες από ανεκπλήρωτα οράματα, εκεί όπου ο χρόνος σταματά και ο τόπος χάνεται.
Σας τα λέω όλα αυτά γιατί εδώ, όπως κι αλλού, οι γάτες ξεχνάνε, και η τρέλα δεν θέλει πολύ να φουντώσει πάλι.... και φτου ξανά από την αρχή.
Έτσι άρχισα να δίνω μεγάλη προσοχή ακόμη και στα πιο ανόητα λόγια.

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ























Το χαρτί ξαναπιάνω, ένα στίχο να γράψω.
Το μολύβι μου παίρνω την ψυχή μου να θάψω.
Το χαρτί μένει άδειο και ο πόνος με σβήνει.
Το μολύβι πετάω, το τσιγάρο με πνίγει.


Τον ειρμό μου γυρεύω και τα μάτια μου κλείνω.
Τον χαμό μου τον βρίσκω και την πένα αφήνω,
και το δάκρυ που τρέχει το χαρτί μου ποτίζει
Η ψυχή μου στενεύει και ο πόνος μουγκρίζει.


Τις πληγές μου σκαλίζω, σιγανά μουρμουρίζω.
Τα σημάδια μου βλέπω, πουθενά δεν ελπίζω.
Το μολύβι μου ξύνω, το χαρτί μένει άδειο.
Τα όνειρα μου τα στύβω, της ψυχής μου ναυάγιο


Ματωμένες εικόνες, σαστισμένα τοπία.
Κουρασμένες υπόνοιες και πολύ δυσοσμία.
Τα τσιγάρα με πνίγουν, το τασάκι γεμίζουν,
και οι λέξεις χορεύουν στο χαρτί με ζαλίζουν.


Και οι ώρες περνούνε, η νυχτιά ξαν΄ απλώνει,
και το χέρι μου τρέμει, καθώς γράφει… ματώνει.
Το μυαλό μου ανοίγει και το στίχο μου παίρνει
κι μπαλάντα μου όμως, πάλι… μονή της μένει.

ΤΟ ΑΛΛΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟ














Βαδίζω μόνος στους δρόμους της πόλης , μιας άγνωστης πόλης. Οι σκέψεις, μου βαραίνουν την ψυχή , ακόμα και το σώμα. Σήμερα είναι όλα γκρίζα , γκρίζοι πελάτες , γκρίζα μαγαζιά, γκρίζος δρόμος , λες και ήτανε όλα βγαλμένα από παλιά ελληνική ταινία.
«Γεια σου» ακούω μια φωνή. Κοιτάω σαστισμένος..
Χαμένος μέσα στις σκέψεις μου , στις δικές μου εικόνες . Ένα γεια που βγήκε με μισή ψυχή. Χάθηκαν όλα. Χάθηκε η πόλη μου. Έχει αλλάξει, όπως αλλάζουμε άλλωστε όλοι μας.
« Ζήσε το τώρα » μου έλεγε κάποτε κάποιος φίλος. Κάποτε αυτό ήτανε το αγαπημένο μου.
Κάποτε αγαπούσα αυτή την πόλη , τα μαγαζιά της, τους δρόμους της, τους ανθρώπους της. Τώρα όλα άλλαξαν. Το δικό μου Ηράκλειο είναι αλλού. Στην κεντρική πλατεία , στους σκοτεινούς δρόμους που σε οδηγούν σε μια άλλη μεταφυσική. Εκεί που συναντιόνται οι περιφερόμενες μοναξιές και κοιτάζονται στα μάτια και είναι σαν να κάνουν κουβέντες ατέλειωτες. Περιθωριακοί , μοναχικοί , ξενύχτηδες που ανακαλύπτουν το άλλο Ηράκλειο. Όλα τότε μεταμορφώνονται και παίρνουν μορφή ποιο γλυκιά. Ψυχή μου, πώς ηρεμείς τότε. Αυτό το Ηράκλειο δεν θα το γνωρίσετε ποτέ. Όπως δεν θα γνωρίσετε και την δικιά μου ψυχή. Το ξέρω… δεν θα έρθετε ποτέ. Όπως σας τρομάζει η δική μου πόλη, σας τρομάζει και η ψυχή μου
.