Η λίστα ιστολογίων μου

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2009

ΕΦΥΓΕΣ ΧΩΡΙΣ ΑΝΤΙΟ 9ο




















Πέρασαν 3 χρόνια από την ημέρα που εκδόθηκε το διαζύγιο της Άννας και απόφάσισαν οι δυο νέοι να σφραγίσουν την αγάπη τους με τα δεσμά του γάμου.

Η ζωή τους κυλούσε ήσυχα και απλά, με την καθημερινή εκδήλωση της αγάπης τους.

Να όμως που κάποια κακιά μάγισσα ζήλεψε την αγάπη τους και θέλησε να τους χτυπήσει σκληρά.

Κάποια από τις ημέρες που ακολούθησαν η Άννα είχε ένα τηλεφώνημα απο τον οικογενειακό της γιατρό που της ζητούσε να της κάνει μια επίσκεψη για κάποιο σοβαρό λόγο.

Ο γιατρός είναι απόλυτα ειλικρινής μαζί της.

-Ο Δημήτρης είναι...πολύ άρρωστος, Άννα.

-Μα τι λες;

-Έχει σοβαρό καρδιολογικό πρόβλημα. Είδα τις εξετάσεις πού είχε κάνει τις προάλες .

. Ο Δημήτρης δεν ξέρει τίποτα...παρακάλεσα το να μην του παραδώσουν τις εξετάσεις. Όταν ήρθε ο Δημήτρης σήμερα το πρωί στο ιατρείο μου, του είπα ότι όλα είναι μια χαρά. Τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα...υπάρχει βέβαια και η περίπτωση της εχγείρησης αλλά οι ελπίδες είναι σχεδόν μηδενικές.

-Ώστε λοιπόν...δεν μπορεί να γίνει τίποτα;

-Φοβάμαι πως όχι. Τις επόμενες μέρες πάντως θα κάνω ένα έλεγχο κι εγώ. Θα δω κι άλλους γιατρούς και κάποιους χειρουργούς.

-Είναι άραγε σωστό να μην το πω στον Δημήτρη;

-Για την ώρα νομίζω πως ναι. Αν όμως σηκώνει εγχείρηση, αν μπορώ να του δώσω κάποια ελπίδα, τότε θα του μιλήσω, θα του πω την αλήθεια. Αλλά αν το πράγμα ε'ιναι όπως φοβάμαι, θα πρέπει να βρω μια δικαιολογία για να τον ξεγελάσω ώστε να ...κρατηθεί.

Η Άννα δεν μπορεί να το πιστέψει. Ο Δημήτρης, που τόσο την αγάπησε, φεύγει. Πεθαίνει! Ίσως μετά απο δυο μήνες να είναι μόνη της. Να προσπαθεί να ξεπεράσει τον πόνο και την μοναξιά.

(Γιατί Θεέ μου...) αναρωτιέται η Άννα καθώς ακούει τον γιατρό να την ρωτάει.

-Τι θα έκανε αν μάθαινε την αλήθεια;

-Αν τον ξέρω καλά, πιστεύω ότι θα αυτοκτονούσε.

- Άννα εγκαταλείποντας το γραφείο, του γιατρού αποφασίζει να μην επιστρέψει ακόμα στο σπίτι της. Έτσι το απόγευμα την βρίσκει να βαδίζει χωρίς σκοπό στους δρόμους της πόλης. οι αναμνήσεις την πλημμυρίζουν.

(Πόσες λέξεις και στιγμές της ζωής μας που δεν τους είχαμε δώσει ποτέ καμία σημασία παίρνουν καινούριο νόημα. Επιστρέφουν και μας πληγώνουν...Μην μου πεις ότι δεν έβαλε το χέρι της η μοίρα...πότε ήταν που μου το είπε αυτό ο Δημήτρης;)

Μα τι της συμβαίνει...να μπορούσε να φωνάξει...

(Δημήτρη...Δημήτρη...πως είναι δυνατόν! Όχι δεν πρέπει να του συμβεί τίποτα. Είναι άδικο.)

Η Άννα κράτησε την σιωπή της, αφού είχε βεβαιωθεί πως μια τέτοια φοβερή αποκάλυψη ίσως να σήμαινε και το τέλος. Μπορεί να ρωτήσει τα πάντα, εκτός απο το εάν γνωρίζει.

-Είσαι σίγουρος ότι με αγαπάς Δημήτρη;;

-Αυτή είναι η μόνη ερώτηση που δεν πρέπει να μου κάνεις ποτέ. Ν α σε ρωτήσω όμως κι εγώ το ίδιο;

-Ναι είμαι σίγουρη, Δημήτρη. Σε αγαπώ έτσι όπως δεν αγάπησα ποτέ κανέναν.

Την κοιτάζει στα μάτια με στοργή και την φιλάει απαλά στα χείλη.

-Θυμάσαι ακόμα Άννα την μέρα που γνωριστήκαμε;

-Ακόμα; Μπορώ να ξεχάσω τα πάντα Δημήτρη, αλλά όχι την μέρα που σε γνώρισα.

Η νύχτα τους βρίσκει αγκαλιασμένους.

-Ίσως να το ήξερα πάντα Άννα...

-Τι πράγμα;

-Πως και εσύ με αγαπούσες.

Δυο δάκρυα κυλούν στα μάτια της Άννας.

-Γιατί κλαίς;
-Όταν είμαι ευτυχισμένη κλαίω...πάντα!
Το φιλί που του δίνει είναι γεμάτο πάθος αλλά και απελπισμένο, όπως ένας αποχαιρετισμός.
(Ο Δημήτρης θα τρελλαινόταν αν ήξερε την αλήθεια. Θεέ μου σε ικετεύω...σώσε τον απ'ο τον θάνατο...)
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2009

ΕΦΥΓΕΣ ΧΩΡΙΣ ΑΝΤΙΟ 8ο








ΕΝΑ ΜΗΝΑ ΑΡΓΟΤΕΡΑ




Ο Δημήτρης βρίσκεται στο σπίτι του και προσπαθεί να διαβάσει τα μαθήματα της σχολής του. Κάτι όμως τον εμποδίζει. Μήπως η ζέστη, ο θόρυβος που ακούγεται απο το ανοικτό παράθυρο ή μήπως η θύμηση της Άννας;
(Μου είναι αδύνατον να διαβάσω, δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. Μου έρχεται να τα σπάσω όλα...ή να σκοτωθώ. Δεν μπορώ να πιστέψω όσα μου είπε ο Γιώργος.)
Με ένα απότομο τίναγμα του χεριού του το κλειστό πια βιβλίο βρίσκεται σε μια άκρη του δωματίου και ο Δημήτρης κατευθύνεται βιαστικός πρός την έξοδο.
Πρέπει να επιβεβαιώσει αυτό που είπε ο Γιώργος ο στενός του φίλος. Παίρνει τον δρόμο που οδηγεί στο δημαρχείο.
Γ ι α τ ί ά ρ α γ ε;
(Δεν πρέπει να είναι αλήθεια. Δεν θα είδε καλά. Θα το ελέγξω μόνος μου. Η Άννα αγαπάει ακόμα εμένα. Έλειψε ένα μήνα με κείνον, αλλά το έκανε μόνο για να με εκδικηθεί. Δεν μπορεί να είναι αλήθεια ότι θα τον παντρευτεί.)
Κι όμως είναι αλήθεια. Η δημοσίευση ήταν αληθινή και τώρα την βλέπει και ο ίδιος τοιχοκολλημένη στο Δημαρχείο.
(Και το κάνει χωρίς να μου το πει, να με αποχαιρετήσει...)
Εκείνη η ημερομηνία του τρυπάει το μυαλό σαν καρφί.
(Παντρεύεται στις 19 Σεπτεμβρίου. Σε 4 μέρες.)
Οι 4 αυτές μέρες του φαίνονται αιώνες.
Ώρα 10:30 π.μ. ο Δημήτρης βρίσκεται έξω ακριβώς απο το Δημαρχείο.
Ώρα 11:00 ακριβώς. Οι νεόνυμφοι βγαίνουν απο το Δημαρχείο. Η Άννα κοιτάζει γύρω της...και τον πρώτο που βλέπει είναι ...εκείνος!
(Ο Δημήτρης... μα γιατί ήρθε; Εγώ...)
-Πολές ευχές , ακούει την μητέρα της να της εύχεται και να την σφίγγει στην αγκαλιά της.
-Μαμά...εγώ...
-Να είσαι ευτυχισμένη. Πολύ πολύ ευτυχισμένη.
Εκείνη όμως δεν θα είναι ευτυχισμένη πότέ. Το καταλαβαίνει μέσα σε μια στιγμή, καθώς βλέπει τον Δημήτρη να την πλησιάζει, και να της λέει:
-Γεια σου ανόητη...
-Δημήτρη...
Και ο Παύλος για άλλη μια φορά επεμβαίνει.
-Γλυκειά μου, έλα. Μας περιμένει ο φωτογράφος.
(Δημήτρη...αγάπη μου!)
Οι μέρες που ακολουθούν γεμίζουν την ζωή και των δυων αυτών νέων με μια απέραντη μοναξιά, άγχος και απομόνωση. Μια απο τις επόμενες μέρες έγινε μια τυχαία συνάντηση. Μια συνάντηση που πλήγωσε και τους δυο. Το ίδιο θανάσιμα.
Περπατώντας κάτω απο τον δυνατό ήλιο και με την καρδιά βαρειά, ο Δημήτρης τολμά να πει αυτά που νιώθει, την λέξη που του καίει την καρδιά αλλά και το στόμα καθώς το προφέρει.
-Σε αγαπώ...
-Σταμάτα...
-Όχι, δεν μπορώ. Ε'ιχα αποφασίσει να μην σε αναζητήσω πια.
Εκείνος με μια απότομη κίνηση την αρπάζει απο τους ώμους.
-Σε αγαπώ...και με αγαπάς και εσύ.Μην προσπαθήσεις να το αρνηθείς. Με τον Παύλο δεν ήσουν ούτε μια μέρα ευτυχισμένη. Σε γνωρίζω πολύ καλά Άννα...όποιο ψέμα κι αν προσπαθήσεις να μου πεις, η αλήθεια είναι γραμμένη στα μάτια σου.
-Δεν έχω πρόθεση να σου πω ψέμματα...και αν κατάλαβες δεν θέλω να σου πω τίποτα. Μάλλον όχι...κάτι θέλω να σου υπενθυμήσω, είμαι παντρεμένη γυναίκα και δεν μπορείς να με ξαναδείς πια.
Αφού άρχισε να απομακρύνεται απο κοντά του η Άννα, παραδέχεται τα αισθηματά της. Ο εγωισμός όμως που την διακρίνει θα την εμποδίσει να βρει την ευτυχία στο πρόσωπο που αγαπά.
(Τον αγαπώ...Θεέ μου τον αγαπώ. Πίστευα ότι θα μπορούσα να τον ξεχάσω και να προσποιηθώ στον Παύλο, αλλά κάτι τέτοιο δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν...κι όμως ο Δημήτρης με έκανε να υποφέρω...)
Και η Άννα αποφασίζει.
(...θα είμαι μια καλή σύζυγος για τον Παύλο. Του το οφείλω.)
Σε λίγες όμως μέρες μετά από αυτήν την τυχαία συνάντηση οι δύο πρώην -πια -εραστές βρίσκονται να βαδίζουν οανάμεσα στα δέντρα του πάρκου, ο ένας δίπλα στον άλλο.
Η Άννα προσπαθεί να καλύψει τις ενοχές της.
-Δημήτρη, σου είχα πει...
-Μην ανησυχείς. Αν το θέλεις αληθινά...αυτή τη φορά θα είναι η τελευταία φορά που με βλέπεις.
Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΟΡΑ ...ο χειμώνας έρχεται ξαφνικά στην καρδιά της Άννας.
-Κέρδισα μια υποτροφία στην Βαρκελώνη. Είναι μια καλή ευκαιρία να εξαφανιστώ...να ξεχάσω.
-Φεύγεις; Μα...
-Φεύγω σε πέντε μέρες...εκτός...εκτός αν εσύ μου ζητήσεις να μείνω...
-Δημήτρη ...εγώ...δεν μπορώ. Δεν μπορώ να στο ζητήσω και το ξέρεις.
-Με αγαπάς όμως.
-Τι σημασία έχει αυτό; Είμαι παντρεμένη και...
-Εντάξει λοιπόν. Έχεις πέντε μέρες καιρό για να αποφασίσεις. Αν μου τηλεφωνήσεις εγώ θα τα αφήσω όλα.
Τα τελευταία λόγια του Δημήτρη σφραγίστηκαν με ένα φιλί.
-Δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό.
-Γιατί όχι; Ήταν το φιλί του αποχαιρετισμού. Άλλωστε σε όλες τις ιστορίες αγάπης που τελειώνουν άσχημα υπάρχει και ένα φιλί. Όπως και η δική μας...εξαιτίας της καταραμένης σου υπερηφάνειας.
-Όχι δεν έχει σχέση η υπερηφάνεια. Έκανα όμως τις επιλογές μου και δεν μπορώ να κάνω πίσω. Ο Παύλος με αγαπά. Είναι συζυγός μου...αυτό μου αρκεί.
-Ναι οι απαράβατες αρχές σου, αλλά έτσι θα γίνεις δυστυχισμένη...αυτό όμως είναι καθαρά προσωπική σου υπόθεση. Όμως εγώ σε προειδοποίησα...
Οι μέρες περνούν γρήγορα.
Δυο, τρεις, τέσσερις... ο Δημήτρης, βρίσκεται στο σπίτι του, έτοιμος για αναχώριση.
(Δεν μου τηλεφωνεί. Δεν θα μου τηλεφωνήσει ποτέ. Άδικα περιμένω.)
το τηλέφωνο δίπλα του παραμένει νεκρό. Άψυχο.
(Το ήξερα πως η ιστορία μας θα είχε άσχημο τέλος. Πρέπει να το πάρω απόφαση.)
η βαλίτσα παραμένει στα πόδια του Δημήτρη. Και εκείνος όρθιος πάνω απο αυτήν κάνει τις τελευταίες του σκέψεις.
(Έτοιμα όλα. Αλλάζω σελίδα στη ζωή μου, ξεχνάω το παρελθόν και δεν με νοιάζει πια αν θα χτυπήσει ή όχι το τηλέφωνο.
Να όμως που χτυπάει και εκείνος τρέχει γρήγορα.
(Άννα...)
-Εμπρός!
Από την άλλη άκρη του σύρματος ακούει την φωνή που τον αναστατώνει.
-Εγώ είμαι. Βρίσκομαι κάτω απο το σπίτι σου.
Της ζήτησε να ανέβει επάνω. σε λίγα λεπτά βρίσκεται έξω από την πόρτα του και ακούει το χτύπημα της πάνω σε αυτήν. Της ανοίγει...
-Θα σε πνίξω. Το τελευταίο λεπτό τηλεφωνάς; Αφού με άφησες να περάσουν πέντε φρικτές μέρες.
-Δημήτρη...εγώ..
-Έλα εδώ...πάμε να βγάλουμε τα πραγματά μου απο τις βαλίτσες.
-Μα δεν θέλεις να μάθεις τι έγινε;
-Οχι, δεν θέλω να μάθω...
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2009

ΕΦΥΓΕΣ ΧΩΡΙΣ ΑΝΤΙΟ 7ο




Φτάνοντας στην είσοδο του σπιτιού του βλέπει με μεγάλη του έκλπηξη να τον περιμένει η Μαρίνα.
-Μαρίνα τι κάνεις εδώ;
-Σε περίμενα. Το ήξερα ότι θα γύριζες σήμερα.
-Και λοιπόν;
Η νεαρή και πρώην ερωτευμένη συντροφός του, πέφτει στην αγκαλιά του και με σπασμένη φωνή την ακούει να του ζητά να την συγχωρέσει.
-Σε παρακαλώ συγχωρεσέ με. Έκανα λάθος να σε αφήσω, σε αγαπώ...
Την ίδια ώρα η Άννα συζητάει με την συγκάτοικο της ,την Μαρία και της διηγείται το πόσο ωραία πέρασε σε αυτές τις διακοπές. Και η Μαρία όμως έχει να της ανακοινώσει κάτι.
-Το ξέρεις ότι η Μαρίνα έφυγε; Πριν δυο μέρες την είδα να βγαίνει απο την είσοδο της πολυκατοικίας με τις βαλίτσες της.
-Άφησε το Παύλο;
-Φαίνεται πως ναι. Είδες τι μεγάλος έρωτας; Είκοσι μέρες κράτησε.
(Η Μαρίνα 'εφυγε. Είναι μόνη της δηλ. τώρα...μόνη...και ελεύθερη)
Η Άννα αρπάζει στα γρήγορα το τηλέφωνο πάνω απο το μικρό τραπεζάκι που βρίσκεται στην γωνία.
-Σε ποιόν τηλεφωνείς;
-Στον Δημήτρη. Δεν πρόλαβα να στο πω αλλά αυτός είναι τώρα το αγόρι μου.
-Αλήθεια; Χαίρομαι. Μ΄αρέσει πολύ.
(Δεν είναι εκεί, δεν απαντά κανείς...)
Η Άννα κλείνοντας το τηλέφωνο, αρχίζει να ανησυχεί. Η σιωπή που πήρε από την άλλη άκρη του τηλεφώνου της χτυπάει σήμα κινδύνου.
Παίρνει στα γρήγορα την απόφαση να πάει να βρεί τον αγαπημένο της, και να διαλλύσει τις άσχημες σκέψεις της.
-Συγνώμη,Μαρία. Πρέπει να βγώ.
- Μα μόλις ήρθες. Δεν θα ανοίξεις ούτε τις βαλίτσες σου;
.......Ο Δημήτρης ρωτάει την Μαρίνα τι επιδιώκει με αυτή της την επίσκεψη.
-Μα τι πιστεύεις πως θα κερδίσεις;
-Εσένα. Θυμάσαι πως πριν απο λίγο καιρό δεν με άφηνες ούτε λεπτό;
-Και εσυ με κορόιδευες.
-Εγώ δεν σε αγαπούσα...εσύ όμως...έλα σταμάτα. Κοιταξέμε στα μάτια. Δεν μορείς να με ξέχασες σε δυο εβδομάδες και μάλιστα παρέα με την Άννα...
-Ξέρεις...
Η Μαρίνα μάντεψε...
-Κατάλαβα, Δημήτρη...τα έφτιαξες μαζί της ελπίζοντας πως θα με ξεχάσεις...αλλά εγώ είμαι πολύ κοντά σου...και εσύ με ποθείς...το ξέρω!
Βλέποντας αυτό το πολύ όμορφο και γοητευτικό κορίτσι ο Δημήτρης δεν μπορεί παρά να το παραδεχτεί.
(Να πάρει η ευχή...είναι πάντοτε φοβερά όμορφη. Αλλά εγώ δεν...)
Η Μαρίνα κατάλαβε την ταραχή που κατάφερε να μεταδώσει στον φίλο της και έτσι πέτυχε να της παραδοθεί με το να πλησιάσει τον λοβό του αυτιού του και να του ψυθηρίσει...
-Γιατί δεν πηγαίνουμε στο δωματιό σου;
Φεύγοντας η Άννα απο το διαμερισμά της με το μικρων κυβικών μηχανάκι της, νιώθει κιόλας την απουσία του Δημήτρη να πληγώνει την καρδιά της.
(Νιώθω την επιθυμία να τον δω. Πέρασαν δυο ώρες από τότε που χωρίσαμε και ...μα τι συμβαίνει;)
Το μηχανάκι της με ένα μικρό βρόγχο ακινητοποιήθηκε και έτσι αναγκάστηκε να σταματήσει στην άκρη του δρόμου.
Συνέβει μια βλάβη που αν δεν γινόταν ίσως να είχαν αποφευχθεί πολλά απο τα γεγονότα που ακολούθησαν. Ίσως ο πόνος να ήταν λιγώτερος και για τους δυο νέους.

Ίσως η ευτυχία να χτυπούσε την πόρτα της ζωής τους νωρίτερα απο ότι η ίδια η μοίρα είχε προστάξει.

(Χάλασε ...να πάρει η ευχή...)
Ο Δημήτρης τηνίδια στιγμή προσπαθούσε να αποτρέψει αυτό που φοβόταν ότι θα γινόταν.
-Αρκετά έπαιξες μαζί μου. Τώρα πια τελείωσαν όλα.
-Το πιστεύεις αυτό που λες; δεν μπορείς να με συγχωρέσεις; σε πόνεσα, το ξέρω, αλλά είχα χάσει το μυαλό μου. Κι όλο αυτό κράτησε μόνο είκοσι μέρες γιατί ο Παύλος άλλαξε αμέσως συμπεριφορά.
-Αυτό είναι το προβλημά σου. Εσύ έκανες την επιλογή. Τι ελπίζεις τώρα να σου πω ότι λυπάμαι;
Η Μαρίνα τον πλησιάζει σε απόσταση αναπνοής.
-Ελπίζω να καταλάβεις. ¨Εφταιξα, αλλα η μοναδική μου αγάπη είσαι εσύ.
-Μαρίνα...
Εκείνη πέφτει στην αγκαλιά του, πρέπει να φτάσει στον σκοπό της.
-Μη με διώχνεις Δημήτρη. Σφίξε με δυνατά, σε παρακαλώ...
Την ίδια στιγνή και ενώ ο Δημήτρης έπαιφτε στην παγίδα της Μαρίνας, η Άννα είχε μια απρόβλεπτη συνάντηση. Μια συνάντηση που αν συνέβαινε ένα μήνα νωρίτερα θα πετούσε απο την χαρά της. Τώρα όμως δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Η συνάντηση όμως αυτή θα αποτελούσε και την αφετηρία του μεγάλου και αναπόφευκτου πια πόνου. Η μοίρα είχε πάρει το παιγνίδι στα χέρια της. Η συνάντηση αυτή ήταν με τον Παύλο που οδηγούσε μια μαύρη μερσεντές. Βλέποντας την Άννα μόνη στην άκρη του δρόμου, σταματάει και αφού κατεβαίνει απο το αυτοκίνητο την πλησιάζει και προσπαθεί να λύσει την απορία του.
-Γεια, τι σου συμβαίνει;
(Ωχ! αυτός. Κάποτε έκανα τα πάντα για να τον συναντήσω, και τώρα...)
-Γειά σου, το μηχανάκι μου σταμάτησε και δεν ξέρω γιατί.
-Λυπάμαι αλλά και εγώ δεν ξέρω απο μηχανές. Βιαζόσουν;
-Αρκετά, πήγαινα στο αγόρι μου.
Μια απάντηση που του προξενεί ένα παράξενο αίσθημα.
(Α...ώστε έχει αγόρι...ίσως για αυτό να άλλαξε τόσο...)
-Μήπως μπορείς να με εξυπηρετήσεις με το αυτοκινητό σου;


Ωστόσω ο Δημήτρης στην προσπαθειά του να ντυθεί, έψαχνε να βρει δικαιολογητικά για την αδυναμία που έδειξε στην προκλητική Μαρίνα.
(Στην πραγματικότητα μου ρίχτηκε. τι έπρεπε να κάνω; Άντρας είμαι...)
Στο βάθος όμως γνωρίζει πολύ καλά ότι φέρθηκε άν όχι άναντρα ,τουλάχιστον τιποτένια.
(Να πάρει ο διάβολος, αν ήμουν αληθινός άντρας θα έπρεπε να την είχα διώξει... αντίθετα, εγώ φέρθηκα σαν υπάκουο σκυλάκι. Όμως τώρα τελείωσαν όλα. Πάω αμέσως να της το πω...)
Την σημαντική αυτή στιγμή ακούγεται το ανυπόμονο χτύπημα της Άννας πάνω στην βαριά ξύλινη πόρτα. Η Μαρίνα τυλιγμένη στο άσπρο σατεν σεντόνι πετάγεται απο το κρεβάτι.
-Θησαυρέ μου χτυπάνε την πόρτα. Πάω να ανοίξω εγώ.
Και πριν προλάβει ο Δημήτρης να εμποδίσει την εμφάνιση της Μαρίνας, εκείνη βρίσκεται στην πόρτα.
-Ω...Άννα, εσύ.
-Μα όχι δεν είναι δυνατόν...αναφωνεί βλέποντας την μισόγυμνη φίλη της.
Και να που δίπλατης εμφανίζεται με ένα δρασκέλισμα ο -χωρίς πουκάμισο- Δημήτρης.
-Αννα...
-Όχι...όχι...
Κι όμως όλα είναι ξεκάθαρα. Καθώς η Μαρίνα βλέπει την πρώην -πια - φίλη της να κατεβαίνει δυο-δυο τα σκαλιά, διαγράφεται στα χείλη της ένα θριαμβευτικό χαμόγελο.
Ο Δημήτρης απελπισμένος την ακολουθεί, και ξαφνικά...
-Παύλο είσαι ακόμα εδώ. Πάμε να φύγουμε σε παρακαλώ.
(Εκείνος την έφερε εδώ; Δεν καταλαβαίνω...)
Αμέσως μετά την είσοδο της Άννας μέσα στο ακριβό αυτοκίνητο,δέχεται και τις πρώτες ερωτήσεις.
-Άννα τι συμβαίνει; Το αγόρι σου...
-Δεν είναι πια και θέλω να φύγω αμέσως από εδώ.
Και ο υστερόβουλος Παύλος...
(Μάλωσαν...υπέροχα. Θα είναι πολύ ευχάριστο να την παρηγορήσω.)
(Δεν είναι δυνατόν, δεν μπορεί να είναι αλήθεια αυτό που είδα.Θα τους...σκοτώσω...και τους δυο.)
Ξεσπάει για κλάμματα.
-Μην κλαις. Έλα δεν είναι και ο τελευταίος άντρας στον κόσμο. Δεν ξέρω τι σου έκανε...αλλά δεν αξίζει να κλαις έτσι.
-Αλήθεια; Όμως νιώθω τόσο άσχημα ενώ θα έπρεπε να γελάω...

Και το ξέσπασμα όμως του Δημήτρη μόλις επιστρέφει στο σπίτι του είναι το ίδιο τραγικό.
-Φύγεεεε!!!!!
-Μα Δημήτρη...
-Έξω!! Με άκουσες; Δεν θέλω να σε ξαναδώ.
-Είσαι τρελός; Μετά απο αυτό που έγινε αναμεσά μας, πίστευα ότι...
-Δεν έγινε τίποτα...εκτός από ένα μεγάλο λάθος. Φάνηκα αδύναμος, δειλός...αλλά ως εδώ...κατάλαβες;
-Κατάλαβα. Αλλά τι βρίσκεις σε αυτήν που δεν το έχω εγώ; Τ ι μπορείς να περιμένεις πια; Την ξέρω την Άννα πολύ καλά...τώρα πια ξεχασέ την, δεν θα σε συγχωρέσει ποτέ.
-Μαρίνα...εξαφανίσου!!!
Τον κοίταξε σιωπηλά για μια στιγμή και έφυγε.
(Φέρθηκα απαίσια...και τώρα τι θα κάνω; Τι θα της πω; Αλλά και εκείνη γιατί ήρθε με τον Παύλο;)
Μετά απο αυτό ο Δημήτρης επιδιώκει μια συνάντηση με την Άννα και το κατορθώνει. Η συναντησή τους έγινε στο πάρκο, έτσι και οι δυο υπέφεραν απο αναμνήσεις! Θέλει να την πείσει ότι αυτό που έγινε ήταν το κακό αποτέλεσμα μιας αδυναμίας. Η Άννα όμως πληγωμένη δεν θέλει να ακούσει τίποτα. Όλα όσα της λέει ο Δημήτρης, της φαίνονται φτηνές δικαιολογίες. Προσπαθεί να τον κάνει να υποφέρει, να πονέσει, τόσο όσο και η ίδια. Του αναφέρει με κάθε λεπτομέρεια το τι ειπώθηκε ανάμεσα σε αυτήν και τον Παύλο.
-Είπε πως με αγαπούσε πάντα...δεν τολμούσε να μου το πει, γιατί είχαμε μεγάλη διαφορά ηλικίας. Αλλά...
-Παραμύθια! Όλα είναι παραμύθια και το ξέρεις. Καλά, ναι...ναι βέβαια, πήρε είδηση ότι υπάρχεις...αλλά μόνο γιατί ελπίζει πως είσαι έτοιμη να πέσεις στο κρεβάτι του για να με εκδικηθεί.
-Μην γίνεσαι αισχρός.
Άννα δεν σε αγαπά. Ελπίζει μόνο να εκμεταλευτεί την κατάσταση...
-Ενώ εσύ με αγαπάς! Με αγαπάς τόσο, που μόλις γυρίσω τα μάτια μου...να πάρει ο διάβολος, μου ΄ρχεται να κάνω φόνο. Αν σας έβλεπα νεκρούς, εσένα και την καλύτερη μου φίλη θα ένιωθα καλύτερα.
-Άννα σε αγαπώ. Πίστεψε σε παρακαλώ. Η Μαρίνα είναι πια παρελθόν. Αν έρθει να με ξαναδεί, θα...
-Θα της ριχτείς...
-Μα όχι το αντίθετο, εγώ δεν...
-Σταμάτα δεν έχει σημασία. Ακόμα και αν δεν την ξανάβλεπες ποτέ πια..μιά φορά ήταν αρκετή για μένα. Με βοήθησε να καταλάβω όσο μεγάλος ήταν ο έρωτας σου. Και δεν φτάνει αυτό, αλλά έχεις και το θράσος να αμφιβάλλεις για μένα.
-Αν είναι για αυτό θα ήθελα πολύ να μάθω κι εγώ γιατί εσύ ήρθες μαζί με τον Παύλο στο σπίτι μου.
Η Άννα ξαφνιάζεται.
-Τι πράγμα; Μα αυτό είναι το αποκορύφωμα. Ο Παύλος με έφερε με το αυτοκινητό του γιατί χάλασε το μηχανάκι μου. Εγώ είμαι εντάξει. Έχω την συνειδησή μου ήσυχη.
-Εντάξει..αλλά εγώ ζηλεύω. Γιατί σε αγαπώ, σε αγαπώ πιο πολύ απο οτιδήποτε στον κόσμο.
Μια στιγμή δισταγμού και μετά...
-Όχι Δημήτρη δεν σε πιστεύω. Δεν μπορώ μετά απο αυτό που μου έκανες!
Θέλει να αποκλείσει κάθε πιθανότητα επιστροφής, πρέπει να του πει κάτι που θα τον απομακρύνει οριστικά.
-Ξέρεις αύριο ο Παύλος φεύγει αύριο για διακοπές. Με κάλεσε μαζί του...κι εγώ δέχτηκα.
Στο δωματιό της όμως λίγο αργότερα η Άννα τα βάζει με τον εαυτό της.
(Μα γιατί να του πω ψέμματα; Ίσως γιατί τον αγαπώ ακόμα. γιατί θα του παραδινόμουν. Δεν θα έβγαινε όμως σε καλό. Δεν μπορώ να του δείξω εμπιστοσύνη. Με πρόδωσε, με πλήγωσε...)
Το χτύπημα του τηλεφώνου διακόπτει τις σκέψεις της.
-Εμπρός;
-Γειά σου, εγώ είμαι ο Παύλος. Λοιπόν το αποφάσησες; Ετοιμάζεις τις βαλίτσες σου;
Εκείνη τη στιγμή η φωνή του Παύλου είναι μια σανίδα σωτηρίας.
-Θα γυρίσουμε μαζί τον κόσμο γλυκειά μου, θα διασκεδάσεις και θα ξεχάσεις όλα τα δυσάρεστα.
(Να ξεχάσω, και γιατί όχι; Άλλωστε πριν απο λίγο καιρό τον Παύλο αγαπούσα,κι ύστερα είπα στον Δημήτρη, ότι θα έφευγα. Εάν μάθει ότι έμεινα στο σπίτι θα σκεφτεί ότι το έκανα για εκείνον. Και...)
-Λοιπόν θα μου απαντήσεις;
Και παίρνει την μεγάλη και λανθασμένη- όπως θα αποδειχθεί αργότερα- απόφαση.
-Εντάξει, θα έρθω. Θα έρθω μαζί σου...
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ