
Την επομένη πρωί πρωί η Άννα κατεβαίνει στη θάλασσα όπου το αγριεμένο κύμα της χτυπάει μανιασμένο πάνω στους γιγάντιου; βράχους. καθώς τα κοιτάζει η ¨αννα σκέφτεται τα μυστήρια που κρύβει η ζωή.
(Κι ύστερα τι υπάρχει μετά; Θα ήθελα να φύγω πριν απο τον Δημήτρη. Θα θελα να ' μαι εγώ εκείνη που θα περιμένει...)
Η Άννα αποφασίζει να επισκεφθεί ξανά τον γιατρό. Κάπου ίσως να υπάρχουν ελπίδες.
Κάθεται απεναντί του και τον κοιτάζει με αγωνία καθώς αυτός για άλλη μια φορά κοιτάζει τις εξετάσεις του Δημήτρη.
-Λοιπόν;
-Λυπάμαι Άννα, δεν μπορεί να γίνει τίποτα...έτσι είπαν όλοι όσοι είδαν τις εξετάσεις...βλέπεις εδώ είναι...
-Δεν θέλω να δω τίποτα...θέλω να χειρουργηθεί!
-Κανείς χειρουργός δεν θα τολμούσε να κάνει την εγχείρηση. Δεν υπάρχει ελπίδα.
-Πόσο καιρό υπολογίζεις γιατρέ ότι μπορεί να ζήσει;
-Δεν μπορώ να στο πω με βεβαιότητα...αλλά ελπίζω μερικούς μήνες ίσως τα καταφέρει!
-Θα υποφέρει;
-Ούτε αυτό είναι σίγουρο. Είναι θέμα τύχης.
-Να σε ρωτήσω κάτι...πως και ο Δημήτρης σου άφησε εδώ τις εξετάσεις;
-Εγώ του το ζήτησα. Του είπα ότι δεν θα του χρησίμευαν σε τίποτα...κι ότι της ήθελα για το αρχείο μου.
-Δεν το βρήκε περίεργο;
-Όχι καθόλου ή τουλάχιστον αυτό μου έδωσε να καταλάβω.
Την ίδια στιγμή στο σπίτι ο Δημήτρης υποφέρει απο τον συνηθισμένο πόνο στο στήθος. Βρίσκεται ξαπλωμένος στον μεγάλο καναπέ του σαλονιού.
Η οικιακή βοηθός πλησιάζει με ένα αχνιστό φλιτζάνι τσάι.
-Σας έφερα ένα ένα τσάι κύριε, να το πιείται τώρα που είναι ζεστό.
-Ευχαριστώ Βάνα.
Παίρνει πάνω απο το μικρό τραπεζάκι που βρίσκεται δίπλα του, το κουτί με τα παυσίπονα.
-Είναι ανώφελο να το καθυστερώ. Αν δεν πάρω το φάρμακο δεν θα νιώσω καλύτερα.
τώρα τελευταία κύριε νομίζω ότι πονάτε όλο και πιο συχνά.
-Ναι...αλλά δεν έχω τίποτα μου είπε ο γιατρός.
-Εγώ στην θέση σας θα πήγαινα να με δει και κάποιος άλλος γιατρός.
( Η Βάνα δεν συμπάθησε ποτέ τον Αντρέα και τώρα αμφισβητεί και τις ιατρικές του γνώσεις.)
Το κουδούνι της εισόδου χτυπά επίμονα.
-Μπορεί να γύρισε η κυρία τόσο γρήγορα; Μου είχε πει ότι θα πήγαινε στην πόλη σε μια φίλη της και ότι μάλλον θα γύριζε το βράδυ.
-Η κυρία έχει κλειδί.
Η Βάνα κατευθήνεται προς την είσοδο.
(Σε λίγο θα περάσει ο πόνος)
Οι μέρες περνούν, η ευτυχία που νιώθει η Άννα την κάνει να ξεχνάει το φοβερό μυστικό της. Η καθημερινή ενασχόληση με το σπίτι και με την συντροφιά της Βάνας προσπαθεί να ξεφύγει από αυτό που την πονάει και την βασανίζει. Τον περισσότερο χρόνο της τον περνάει στην αμμουδιά ή στην κουζίνα, προσπαθώντας να αντιγράψει απο την Βάνα τα μυστικά της μαγειρικής τέχνης.
-Πες τα άλλη μια φορά Βάνα. Δεν κατάλαβα σχεδόν τίποτα.
-Δεν είναι δύσκολο κυρία. Θυμάστε πόσα λεπτά πρέπει να βράσουν τα ζυμαρικά;
-Περίπου 7 λεπτά...και στην σάλτσα βάζω βούτυρο, πιπεριά...
-Όχι κυρία..ο κύριος τα προτιμά με λάδι και χωρίς πιπεριά αλλά με ψιλοκομμένο κρεμμύδι, μαιντανό...
-Πήγε δυο...διακόπτει η Άννα την αγόρευση της οικιακής βοηθού, βλέποντας το μεγάλο πολόι που κρέμεται ψηλά στον τοίχο...περίεργο ο Δημήτρης άργησε.
-Ναι, είναι περίεργο...ίσως καθυστέρησε στον γιατρό.
Μια ανατρίλα διαπερνά την ραχοκοκκαλία της Άννας.
-Στο γιατρό...μα γιατί πήγε στο γιατρό;
-Δεν το ξέρατε; Ίσως ο κύριος να μην σας το είπε για να μην σας ανησυχήσει. Πήγε μια εβδομάδα πριν σε κάποιο άλλον καρδιολόγο εξαιτίας των συνεχιζόμενων πόνων και σήμερα θα έπαιρνε τα αποτελέσματα.
(Ω, Θεέ μου...όχι...)
Την ίδια στιγμή ο Δημήτρης βρίσκεται στο γραφείο του Αντρέα, του οικογενειακού τους γιατρού. Αφού του πετάει ένα φάκελο γεμάτο απο εξετάσεις πάνω στο γραφείο.
-Ορίστε τα αντίγραφα απο τις εξετάσεις μου, Αντρέα. Βάλτες μαζί με αυτές που έχεις εσύ.
-Κάθισε...σε ποιόν πήγες;
-Τι σημασία έχει; Γιατί δεν μου είπες τίποτα; Είναι σωστό να κρύβεις από κάποιον ότι μπορεί πολύ σύντομα να πεθάνει;
-Το έκανα γιατί θεώρησα στην περίπτωσή σου ότι αυτό ήταν το σωστό.
-Δεν με ενδιαφέρει για μένα. Ένα πράγμα θέλω μόνο να ξέρω...η..Άννα... το...ήξερε;
-Έκανα λάθος, το αναγνωρίζω!
Ώστε λοιπό η Άννα ήξερε. Πόσο καιρό πριν; Μήπως έμεινε μαζί του από οίκτο; Τα αισθήματα του Δημήτρη μπερδεύονται. Αρχίζει να χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια του. Με γρήγορο βήμα απομακρύνεται από το κτήριο που στεγάζεται το ιατρείο του φίλου του του Αντρέα και σε λιγώτερο από τριάντα λεπτά βρίσκεται στο σπίτι του.
-Η κυρία είναι στο σπίτι; ρώτησε την Βάνα μόλις την συνάντησε στον κήπο να ποτίζει τα πολύ όμορφα λουλούδια που η ίδια η Άννα είχε φυτέψει.
-Κατέβηκε στην παραλία, κύριε. Εκεί θα την βρείτε.
Βλεποντάς τον ταραγμένο, τολμάει να ρωτήσει:
-Συμβαίνει τίποτα κύριε;
-Τι να συμβαίνει;
-Φαίνεστε στεναχωρημένος. η κυρία ανησυχούσε γιατί αργούσατε κι εγω...ίσως να έχω επηρεαστεί.
-Όλα πάνε καλά Βάνα.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ