Η λίστα ιστολογίων μου

Τρίτη 23 Ιουνίου 2009

ΕΦΥΓΕΣ ΧΩΡΙΣ ΑΝΤΙΟ 4ο






-Τι να σου πω...μάλλον θα πρέπει να τον ξαφνιάσεις. Να του δείξεις μια νέα Άννα, μία Άννα που να μην του θυμίζει την παλειά...το κοριτσάκι...
Μια συμβουλή που η Άννα δέχεται με ενθουσιασμό. Έτσι μερικές μερες αργότερα, έχοντας υιοθετήσει μια νέα εμφάνιση, η Άννα ξαφνιάζει τον Παύλο στην είσοδο της πολυκατοικίας.
-Γειά σου Παύλο.
-Γειά να σε δω...κάτι διαφορετικό έχεις εσύ. Το μακιγιάζ, τα μαλλιά σου...όλα τόσα διαφορετικά.
-Και τι λες, σου αρέσω έτσι;
-Συγνώμη, αλλά δείχνεις λίγο...χάλια. Φαίνεσαι τουλάχιστον δέκα χρόνια μεγαλύτερη.
-Δηλαδή συνομιλική σου...δέκα χρόνια ε;
-Άκουσε με, πρώτα ήσουν καλύτερα. Μη μου θυμώσεις...γειά σου μικρή.
(Να θυμώσω; Θηρίο θα γίνω. Θα σκοτωθώ... αλλά πρώτα, θα σκοτώσω τον Δημήτρη.)
Σε χρόνο ρεκόρ η Άννα επιδίωξε να επικοινωνήσει με τον Δημήτρη, και τον πείθει να συναντηθούν στην καφετέρια που βρίσκεται απέναντι απο το πανεπιστήμιο. Φανερά εκνευρισμένη η Άννα έπινε τον καφέ της, κάτω απο το απολογητικό βλέμα του Δημήτρη.
-Υπέροχη ιδέα είχες. Ρεζίλι έγινα.
-Άννα...μαζί μου τα βάζεις; Δεν φταίω εγώ...εγώ σε βρίσκω πολύ όμορφη...όμως δεν άρεσες σε εκείνον.
-Ίσως τελικά να μην έχω ελπίδες. Δεν του αρέσω. Εξάλου φλερτάρει τόσες, γιατί να κοιτάξει εμένα;
-Φλερτάρει τόσες; Ξέχασε τον λοιπόν δεν σου αξίζει. Κι ύστερα μην ξεχνάς σε δέκα μέρες φεύγεις για διακοπές. Που ξέρεις ίσως γνωρίσεις αυτό που πραγματικά σου αξίζει.
-Μα ποιόν να γνωρίσω, πάω σε ένα μικρό νησάκι. Πάντα ,τα ίδια πρόσωπα.
-Δεν είναι αλήθεια. Αυτή τη χρονιά κάτι καινούριο υπάρχει...εγώ.
-Εσύ; Θα έρθεις κι εσύ εκεί;
-Ναι και μάντεψε γιατί.
-Γιατί θα έρθει κι η Μαρίνα. Μα πριν μερικές μέρες άλλα έλεγες...δεν ήθελες να την αποφύγεις;
-Πράγματι, αλλά..
-Α, νάτη έρχεται.
Η Μαρίνα φτάνει χαρούμενη. Χαμογελά στον Δημήτρη και τον φιλά.
-Γειά σου θυσαυρέ μου, γειά σου Άννα.
(Θυσαυρέ μου; Τελικά εκείνος τα κατάφερε.)
Ο Δημήτρης είναι ένας πολύ καλός φίλος, ίσως ο καλύτερος. Θα έπρεπε να χαίρετε για αυτόν, κι όμως νιώθει ακόμα πιο χαμένη, πιο απελπισμένη.
(Μόνο σε μένα πάνε όλα στραβά.)
Παρατηρώντας η Μαρίνα την νέα εμφάνιση της φίλης της ενθουσιάζεται :
-Αγάπη μου τι αλλαγές είναι αυτές; Σου πάει θαυμάσια. Δείχνεις πιο σκληρή.
(Τώρα θα βάλω τις φωνές, δεν θα αντέξω.)
Την επόμενη οι δυο φίλες βρίσκονται στο δωμάτιο της Μαρίνας και διαβάζουν για το τελευταίο μάθημα που θα έδιναν στη σχολή. Η Άννα διακόπτωντας το διάβασμα κάνει μια παρατήρηση στη φίλη της.
-Θα μπορούσες να μου το είχες πει.
-Ότι βγαίνω με τον Δημήτρη; Μα συνέβει πριν απο δυο ημέρες. Δεν είχαμε βρεθεί και...
-Δεν μου τηλεφώνησες καν. Τώρα καταλαβαίνω γιατί.
-Μα, όχι δεν είναι αυτό που νομίζεις. Δεν ντρέπομαι που άλλαξα γνώμη.
-Μα πως συνέβει, εσύ δεν ήθελες ούτε να τον δεις.
-Ναι το ξέρω. Ξαφνικά εκείνος έπαψε να με φλερτάρει...και δυο μέρες μετά ένιωσα την απουσία του.
-Και τώρα τον αγαπάς;
-Τον αγαπώ; Ίσως μαζί του να νιώθω μόνο καλά. Σε λίγο καιρό θα μπορώ να πω με σιγουριά.
(Ίσως δεν ξέρει αν τον αγαπά, αλλά...αυτό μπορεί να είναι και το μυστικό. Να κάνεις σχέση με τον πρώτο και να αδιαφορείς για τον πραγματικό έρωτα. Αν είναι έτσι τα πράγματα, εγώ είμαι έξω απο την εποχή μου. Ή γνωρίζεις τον πραγματικό έρωτα ή τίποτα.)
Η επόμενη μέρα αποτέλεσε την αφετηρία για την εκκίνηση μιας νέας ζωής και για τις δυο φίλες. Μια τυχαία συνάντηση της Μαρίνας με τον Παύλο - στην ίδια πάντα πολυκατοικία - ήταν να δημιουργηθεί μια νέα κατάσταση πραγμάτων η οποία θα οδηγούσε στην ανακάλυψη του μεγάλου κι αληθινού έρωτα, στον αβάσταχτο πόνο και στον...
-Ήρθατε ξανά. Οι ελπίδες μου δεν πήγαν χαμένες.
-Μην είστε τόσο σίγουρος για τον εαυτό σας, για την φίλη μου ήρθα.
-Ποιός ξέρει, ίσως μια μέρα να ρθείτε εδώ για μένα.
-Ωραίος είστε. Με φλερτάρετε χωρίς να με ξέρετε καν.
-Αυτό διορθώνεται. Μπορώ να σας προσφέρω κάτι...
-Ξέρετε , εγώ...
-Μόνο πέντε λεπτά. Δεν θα μου δώσετε την ευκαιρία να σας γνωρίσω καλύτερα;
Την ίδια ακριβώς ώρα, ο Στέφανος κάνοντας ένα απο τους συνηθισμένος του περιπάτους, συνάντησε την Άννα στο καθιερωμένο για τις διαθέσεις της πόστο.
Στην θάλασσα να αγνατεύει την γραμμή του ορίζοντα και να σκέφτεται.
-Άννα! τι συμβαίνει; Γιατί αυτό το ύφος;
-Τίποτα το ιδιαίτερο. Έτσι είμαι κάθε μέρα.
-Κατάλαβα δεν έχεις κέφι. Μα τι έγινε πάλι;
-Τίποτα, άφησε με σε παρακαλώ.
-Έλα τώρα σταμάτα, θα κάνουμε μια βόλτα και...
-Όχι! Δεν έχω ανάγκη από οίκτο. Τα καταφέρνω και μόνη μου. Εσύ κοίτα την ευτυχία σου με την Μαρίνα και άφησέμε ήσυχη.
-Κάνε ότι θέλεις τότε. Εγώ ήθελα να βοηθήσω.
Η Άννα γυρίζει στο διαμέρισμα της. Άλλωστε πιος ο λόγος να μείνει έξω απο αυτό; Μήπως θα μπορούσε ν΄αλλάξει τίποτα απο την απελπισία και την απογοήτευσή της; Η συγκάτοικος της έκπληκτη την ΄ρωτησε αμέσως μετά την έφοδό της απο την κύρια είσοδο :
-Άννα πως και τόσο νωρίς στο σπίτι; Δεν νιώθεις καλά;
-Μια χαρά είμαι, αλλά θυμήθηκα ότι σε μια εβδομάδα φεύγω για το νησί και δεν έχω ετοιμάσει τίποτα. Έτσι είπα να βγάλω την βαλίτσα μου και να κάνω ένα κατάλογο με τα πράγματα που θα πάρω μαζί μου.
-Και από πότε έγινες εσύ τόσο τακτική; Άννα μήπως έχεις κάτι;
Η Άννα κλείνεται στο δωματιό της και πέφτοντας στο κρεβάτι της παίρνει μια απόφαση που θ΄ αλλάξει την ζωή της.
(Σε αυτές τις διακοπές, ορκίζομαι πως θα κάνω σχέση με τον πρώτο που θα γνωρίσω.)

Ε Φ Τ Α Μ Ε Ρ Ε Σ Α Ρ Γ Ο Τ Ε Ρ Α


Η Άννα ξαπλωμένη πάνω στην άσπρη πετσέτα της απολαμβάνει τον ήλιο και την αλμύρα που αγκαλιάζει το κορμί της, και το θαλασσινό αεράκι την χαιδεύει σκορπώνας της, κύμματα ηδονής. Κι όπως πάντα το μυαλό της βρίσκεται γύρω απο αυτό που λέγεται έρωτας.
(Να ερωτευτώ...αλλά ποιόν; Εδώ δεν υπάρχει κανένας...)
Απο την άλλη άκρη της παραλίας εμφανίζονται πιασμένοι χέρι-χέρι η Μαρίνα με τον Δημήτρη.
-Άννα εμείς θα κάνουμε μια βόλτα με τη βάρκα, θα έρθεις;
(Αυτοί οι δυο δεν μπορούν να κρύψουν την ευτυχία τους.)
- Όχι ευχαριστώ δεν έχω όρεξη.
-Έλα η θάλασσα είναι υπέροχη, κι η μέρα είναι τόσο ωραία.
-Μην επιμένεις Μαρίνα, αφού λέει ότι δεν θέλει.
(Μπράβο το κατάλαβες. Δεν έχω καμιά διάθεση να κρατώ το φανάρι...ή μήπως εσύ δεν με θέλεις ανάμεσα στα πόδια σου; Απο εκείνη την ημέρα που του μίλησα κάπως απότομα, έχει αλλάξει τελείως η συμπεριφορά του.)
-Εντάξει ας πηγαίνουμε.
(Εγώ καταλαβαίνω. Η Μαρίνα δεν ξέρει τίποτα...αλλά εγώ ξέρω πόσο υποφέρεις και λυπάμαι.)
Και οι διακοπές συνεχίζουν ευχάριστες...τουλάχιστον για μερικούς. Είναι φυσικό να μην έχουν και οι τρεις φίλοι την ίδια ψυχική διάθεση, αφού δεν αντιμετωπιζουν και τους ιδιους προβληματισμούς. Η Μαρίνα και ο Δημήτρης ζουν ευτιχισμένοι τον ερωτά τους και η Άννα ζει μέσα στον πόνο της μοναξιάς της και συνεχίζει να είναι ψυχρή και σιωπηλή. Κλεισμένη στις σκέψεις της. Μόνο ο Δημήτρης μπορεί να καταλάβει τι γίνεται μέσα της. Την λυπάται...

(Τόσο όμορφη και να πονάει τόσο...) σκέφτεται καθώς την βλέπει μέσα σε αυτό το υπέροχο φόρεμα που είχε διαλέξει για τον σημερινό της περίπατο.

Ο Δημήτρης με το γαλάζιο πουκάμισο και το άσπρο παντελόνο του μοίαζει με κάποιο ναύτη που βγήκε στη στεριά και ψάχνει ένα ήσυχο μέρος για να μπορεί να ηρεμήσει απο τις ερωτικές και ψυχικές του τρυκιμίες. Ενώ αντίθετα η Μαρίνα, με το ναυτικό καπέλο, το τζιν παντελόνι και το άσπρο μακό μπλουζάκι μοιάζει σαν ένα απο τα κοριτσάκια που βρίσκεται στην τελευταία μεγάλη σχολική εκδρομή. Όλο ξεγνοιασιά και έρωτα.
-Άννα σου μιλάω... (Μα δεν ακούει καν, 3 μέρες που είμαστε εδώ είναι συνεχώς αφηρημένη.)
(Τι μπορώ να κάνω; πως μπορώ να ελευθερωρώ από τα δεσμά;)
-Ποιός ξέρει τι έχει...αν δεν ήσουν εδώ οι διακοπές μου θα πήγαιναν χαμένες.
(Ναι , είμαι εδώ κι εμείς οι δυο είμαστε ευτυχισμένοι...όμως για να είμαι ειλικρινής, στεναχωριέμαι για την Άννα. Δεν μπορώ να την βλέπω να υποφέρει.)
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Τρίτη 9 Ιουνίου 2009

ΕΦΥΓΕΣ ΧΩΡΙΣ ΑΝΤΙΟ 3ο









Η Άννα κλείνει με ορμή την πόρτα, και στέκεται μπροστά στον καθρέπτη της.
(Τι νόημα έχουν όλα αυτά; πρέπει να ξεπεράσω αυτή τη γελοίακατάσταση και μάλιστα όσο γίνεται γρηγορότερα...δεν πάει άλλο. Μπορεί να είμαι ηλίθια, να μην ξέρω ακόμα να κατακτήσω έναν άντρα, όμως...είμαι αρκετά εγωίστρια για να γίνω περίγελος...)
Την άλλη μέρα η Άννα συναντάει τυχαία την Μαρίνα στον μακρύ διάδρομο του πανεπιστημίου.
-Σε ευχαριστώ, ωραία φίλη είσαι.
-Δεν καταλαβαίνω...
-Γιατί με άφησες μόνη με τον Δημήτρη χθές;
-Μα τι έγινε;
-Μου είπε ότι μ΄αγαπά, ως συνήθως.
(Κι αυτή ούτε που του΄δίνει σημασία. Μήπως τελικά πρέπει να κάνω κι εγώ το ίδιο με τον Παύλο, να του πω ανοιχτά ότι τον αγαπώ.)
-Μ΄ενοχλεί που με κυνηγάει συνέχεια. Μπορεί ο Δημήτρης να είναι συμπαθητικός αλλά δεν είναι ο τύπος μου. Εμένα μου αρέσουν οι αληθινοί άντρες. Όχι οι νεαροί. Το ιδανικό μου είναι κάποιος γύρω στα τριάντα, ψηλός,ωραίος, και όσο γίνεται πλούσιος. Έξυπνος, πνευματώδης...αλλά ώρημος... Μα εσύ γιατί έχεις αυτό το ύφος; Ξέρω τι σκέφτεσαι, ότι δεν υπάρχει τέτοιος τύπος.
-Ποιός ξέρει...ίσως μια μέρα...
(Όχι βέβαια υπάρχει τέτοιος τύπος. Υπάρχει και είναι ο Παύλος...Ευτυχώς που δεν γνωρίζονται ο Παύλος και η Μαρίνα, γιατί άν ήθελε, σε δυο μέρες σίγουρα θα τον κατακτούσε. Δεν είναι ανίκανη σαν εμένα.)
Η Άννα χαιρετάει την φίλη της και κατευθύνεται προς την έξοδο της σχολής.
Κατεβαίνοντας τα σκαλοπάτια του πανεπιστημίου, και ενώ συνεχίζει την αυτοκριτική της συναντάει τον Στέφανο.
(Γιατί εγώ δεν ξέρω να συμπεριφέρομαι; πίστευα ότι έπρεπε ν΄αποκαλύψω τον έρωτά μου στον Παύλο, αλλά ίσως δεν ήταν καλή ίδέα. Ο Δημήτρης έκανε το ίδιο με τη Μαρίνα και όλα του πήγαν στραβά.)
-Γειά,μόνη σου είσαι;
-Ναι, η Μαρίνα πήγε...
-Σε ρώτησα για την Μαρίνα; Ανέφερα τ΄ονομά της;
-Ε... όχι. Αλλά πίστευα...
-Να όμως που έκανες λάθος. Βέβαια φαντάζομαι ότι εκείνη θα σου είπε πως για τριακοστή φορά μου είπε όχι. Αλλά ήταν η τελευταία...Μα τι ύφος είναι αυτό που έχεις;
-Τι ύφος;
-Ύφος συμπόνοιας. Σκέφτεσαι : τον φουκαρά, και ίσως μέσα σου να γελάς.
-Γελάω; Γιατί, επειδή αγαπάς χωρίς ανταπόκριση; Μα είσαι τρελλός; Εγώ που...
Δεν ήθελε να το πει, αλλά μερικές φορές οι λέξεις βγαίνουν μόνες τους.
-Γιατί μήπως κι εσύ...
-Όχι...τι κατάλαβες;
-Κατάλαβα το μοναδικό πράγμα που μπορούσα να καταλάβω. Λυπάμαι δεν το ήξερα...
-Και τώρα που το ξέρεις; Υποφέρεις μήπως λιγότερο;
-Ασφαλώς και όχι...θέλεις να περπατήσουμε λίγο μαζί;
-Κι ύστερα; να κλάψουμε ο ένας στον ώμο του άλλου;
Μισή ώρα αργότερα, η Μαρίνα βρίσκεται στην είσοδο της πολυκατοικίας που μένει η Άννα. Χτυπάει το θυροτηλέφωνο και ρωτάει την συγκάτοικο και φίλης της :
-Είμαι η Μαρίνα, η Άννα ξέχασε να...
-Δεν γύρισε ακόμα. Αν θέλεις ανέβα να την περιμένεις...
-Δεν επέστρεψε ακόμα; Δεν πειράζει θα την περιμένω εδώ.
Η Μαρίνα περιμένει για αρκετή ώρα, αλλά η Άννα δεν έρχεται.
(Πολύ αργά. Κι όμως είχε πει ότι θα ερχόταν αμέσως στο διαμερισμά της...Να δεις που η Άννα έχει κάποιο ερωτικό μυστικό.)
Την ίδια στιγμή εμφανίζεται ο Παύλος.
-Καλημέρα. Θέλεται να μπείτε;
-Οχι ευχαριστώ. Περιμένω κάποιον.
-Γνωρίζεται κάποιον απο την πολυκατοικία; Τότε να έρχεσται να τον βλέπεται συχνά σας παρακαλώ.
-Δεν καταλαβαίνω...γιατί;
-Γιατί ίσως έτσι ίσως σας ξαναδώ.
-Στο επανιδείν λοιπόν.
-Γειά σας.
Φεύγοντας η Μαρίνα ελαφρώς εκνευρισμένη απο την αργοπορία της φίλης της, σκέφτεται τη συμπεριφορά αυτού του αγνώστου, αλλά νόστιμου άντρα.
(Για κοίτα θράσος που είχε. Για να λέμε και την αλήθεια όμως, είναι νοστιμούλης. ..Μα πού να πήγε η Άννα...ποιος να ξέρει...)
Την ίδια στιγμή η Άννα κάνει τον περιπατό της στο πάρκο συνοδευόμενη απο τον Στέφανο. Ανάμεσά τους έχει δημιουργηθεί μια πρωτοφανής για την Άννα οικιότητα. Υπάρχει μια φιλική εξομολόγηση και απο τις δυο πλευρές.
-Ο Παύλος με γνωρίζει χρόνια. Ήμουν σχεδόν παιδί όταν έφτασα στην πολυκατοικία όπου έμενε. Είναι ξέρεις και δέκα χρόνια μεγαλύτερς μου...Έτσι για εκείνον είμαι πάντα ένα κοριτσάκι.
-Συμβαίνουν αυτά. Δύσκολα αλλάζεις γνώμη για κάποιον άνθρωπο.
Φτάνουν σε κάποια απο τα απόμερα παγκάκια που βρίσκονται μέσα σε αυτό το πάρκο και κάθονται κάτω απο την μεγάλη σκιά του δέντρου που πέφτει πάνω του.
-Ξέρεις όμως κάτι, Δημήτρη; Μ ε την συζήτηση μαζί σου κατάλαβα τι μου συμβαίνει.
-Δηλαδή;
Όσο κρατούσα μέσα μου όλα αυτά δεν μπορούσα να δω κατάματα το πρόβλημα.
-Κι εγώ κατάλαβα ότι έκανα λάθος...δεν έπρεπε να δείχνω τόσο εξαρτημένος απο τη Μαρίνα.
-Αλήθεια κι εκείνη την ενοχλούσε αυτό.
-Ωραία...από αύριο θα δούμε τι θα γίνει.
-Κι εγώ Δημήτρη τι θα κάνω; Πως νομίζεις πως πρέπει να συμπεριφερθώ, με τον Παύλο;
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2009

ΕΦΥΓΕΣ ΧΩΡΙΣ ΑΝΤΙΟ 2ο



















-Δεν είναι ότι δεν θέλω, αλλά...μη μου πεις πως δεν το ΄χεις καταλάβει...

-Τι να έχω καταλάβει;

-Είναι ερωτευμένος μαζί μου...αλλά θα τα πούμε μετά. Μας είδε και έρχεται προς τα εδώ.

-Γειά σας! Πως πήγε το μάθημα;

-Πολύ καλά. Μάλλον και οι 2 πάμε για δέκα.

-Μπράβο...να το γιορτάσουμε;

(Κοίτα πως την τρώει με τα μάτια του. Κι εγώ δεν είχα καταλάβει τίποτα. Είμαι πράγματι εκτός τόπου και χρόνου. Η σκέψη του Παύλο μ΄έχει αποροφήσει τελείως ,μα αυτός δεν μ΄αγαπά, ούτε καν με κοιτάζει.)
-Θα έρθεις στη καφετέρια Άννα; Πρέπει να κεράσουμε για την επιτυχία μας.
-Δυστυχώς δεν μπορώ να έρθω. Εγώ θα κεράσω μια άλλη μέρα. Πρέπει να φύγω.
Η Άννα κατευθήνεται βιαστικά προς την άκρη του δρόμου όπυ την περιμένει μια μηχανή μικρών κυβικών, δώρο των γενεθλίων της απο τους γονείς της .
Βιάζεται γιατί αυτή είναι η ώρα που ο Παύλος γυρίζει στο διαμερισμά του.Ακριβώς δίπλα απο το διαμέρισμα της Άννας. Τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορεί. Σε λιγότερο απο δέκα λεπτά φτάνει στην είσοδο της πολυκατοικίας. Ενώ παρκάρει το μηχανάκι της στην γνωστή γι αυτήν θέση σκέφτεται: (Μόλις που πρόλαβα...παρκάρει το αυοκίνητο του. Σήμερα όμως θα τολμήσω...το υποσχέθηκα στον εαυτό μου...ωποσδήποτε θα του πω κάτι...)
Με δυσκολία προσπαθεί να συγκρατήσει την ταραχή της.Ο Παύλος είναι έτοιμος να περάσει την πόρτα της εισόδου. Προσπαθεί να φανεί αδιάφορη.
-Γειά...
-Ε, γειά σου μικρή.
(Μικρή;)
Ο Παύλος προχωρεί προς το ασανσέρ. Μόλις ανοίγει την πόρτα, η Άννα...
-Περιμένεται, αναβαίνω κι εγώ.
-Συγνώμη. Έτσι όπως στεκόσουν στην πόρτα, νόμιζα ότι περίμενες κάποιον.
-Όχι...ναί...(περίμενα εσένα...)...δεν περίμενα κανένα. Το ξέρεις ότι έδωσα αστικό δίκαιο σήμερα; Πήρα μάλλον δέκα.
-Μπράβο, συγχαρητήρια.
Το ασανσέρ σταμάτησε.Βγαίνουν και οι δύο στο μακρύ διάδρομο. Ο Παύλος αποχαιρετά την Άννα.
-Γειά σου.
-Γειά...(εξαφανίσου...σε μισώ...).
Η Άννα πηγαίνει προς το διαμερισμά της. Ανοίγει την πόρτα και καθώς προχωρά προς το δωμάτιο της αναθεωρεί την γνώμη της.
(Όχι δεν είναι αλήθεια. Τον αγαπώ...δεν θα μπορέσω να του το πω ποτέ.)
Απο το βάθος ακούει την Μαρία την συγκάτοικό της.
-Άννα εσύ είσαι;
Βλεποντά στην η Μαρία στεναχωρημένη την ρωτάει
-Γιατί τόσο θλημένη; Δεν έγραψες καλά;
-Αντίθετα έγραψα πολύ καλά. ΄Μάλλον πάω για δέκα.
-Ευτυχώς, ανησυχούσα...είχες διαβάσει πολύ καλά...μα, που πας;
-Στο δωματιό μου. Θα σε δω μετά.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ


Πέμπτη 4 Ιουνίου 2009






ΕΦΥΓΕΣ ΧΩΡΙΣ ΑΝΤΙΟ 1ο


















Κι αυτή η πόλη ήταν όπως όλες οι άλλες. Δεν είχε τίποτα που να την κάνει να ξεχωρίζει. κι όμως έμεινε να αιωρείται μέσα στην αφήγηση μιαw πολύ ερωτικής και θλιμένης ιστορίας.
Όλα άρχισαν πριν απο αρκετά χρόνια. Πότε ακριβώς δεν θυμάμαι. Οι χρονολογίες έχουν χαθεί μέσα στους σκοτεινούς διαδρόμους της μνήμης.
Δυο νέοι άνθρωποι έφτασαν απο την αδιαφορία, στην αγάπη και στον αναπόφευκτι πόνο.
Η ιστορία ξεκίνησε πολύ απλά. Ήταν ένα πρωινό, που βρήκε την Άννα και την Μαρίνα να κάθονται στα σκαλοπάτια του πανεπιστημίου και να ρίχνουν τις τελευταίες ματιές μέσα στις ασπόμαυρες σελίδες του αστικού δίκαιου. Η Μαρίνα, όπως πάντα,γεμάτη από άγχος προσπαθεί να αποσπάσει την προσοχή της Άννας απο τον απέναντι πεζόδρομο.
-Φοβάμαι, Άννα. Φοβάμαι πολύ. Εσύ; Αν και τα έχουμε διαβάσει αρκετά, εγώ... μα τι κοιτάς;
-Τίποτε...το...δρόμο.
-Αν κοιτάς για τον καθηγητή, δεν χρειάζεται, έχει έρθει. Τον είδα...διάολε το στομάχι μου!
-Θα είναι απο την πείνα. Είπες πως έφυγες χωρίς να φας τίποτα.
-Απο το άγχος είναι...μα γιατί συνεχίζεις να κοιτάς το δρόμο;
(Νάτος...είναι εκείνος...)
Η Μαρίνα κοιτάζοντας το ρολόι της σηκώνεται και αναφωνεί :
-Ω! Θεέ μου...Άννα, έφτασε η ώρα. Πρέπει να μπούμε μέσα.
(Παύλο...)
Η Μαρίνα συνεχίζει να ξεφυλίζει τις σελίδες του βιβλίου και να νιώθει περισσότερο χαμένη.
-Δεν θυμάμαι τίποτα. Τα έχω ξεχάσει όλα. θα χάσω το πτυχίο.
-Έλα σταμάτα...πάντα έτσι λες κι ύστερα παίρνεις τους καλύτερους βαθμούς.
-Τις προηγούμενες φορές ίσως,΄τώρα όμως όχι. Νιώθω σαν να έχω παραλύσει απο το άγχος και τον φόβο.Δεν θα περάσω. Είμαι σίγουρη.
-Κουράγιο...πάμε!
Μετά απο 2 ώρες η Άννα βγαίνει συνοδευόμενη με την όλο χαμόγελα Μαρίνα απο την αίθουσα των εξετάσεων.
-Είδες που πήγαν όλα καλά; Άδικα φοβόσου και αγωνιούσες.
-Ευτυχώς, έτσι πανικοβάλλομαι κάθε φορά που δίνω κάποιο μάθημα.Δεν το θέλω είναι πάνω απο τις δυνάμεις μου. Πίστεψε με. Αυτό που δεν μπορώ να καταλάβω όμως σε σένα Άννα είναι πως καταφέρνεις να κρατείσαι πάντα αδιάφορη και ψυχρή...μα πως τα καταφέρνεις;
(Είναι πολύ απλό. Αδιαφορώ για τις εξετάσεις...γιατί έχω άλλα στο μυαλό μου. Δεν σου λέω τίποτα όμως. Γιατί είναι ένα μυστικό αποκλειστικά δικό μου.Ένα μυστικό που με κάνει να υποφέρω.)
-Κοίτα ποιός έρχεται...
Ποιός; εγώ βλέπω μόνο τον Δημήτρη. Αυτόν όμως δεν θέλεις να τον συναντήσεις. Έτσι δεν είναι;
5/6/2009
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ