
Η Άννα τον εγκαταλείπει στην μέση του δρόμου, αποφασισμένη να μη γυρίσει καθώς ακούει να τη φωνάζει.Φτάνοντας στη θάλασσα, σταματάει κοντά σε κάποιο βράχο που πάνω του σκάει το αφρισμένο κύμα.
(Κι όμως μόνο εγώ μπορώ να καταλάβω πόσο υποφέρει. Όμως εγώ δεν προσβάλω τους άλλους, και ας είμαι στις μαύρες μου...ο γέρος σου, που βρίσκει το θράσος να μιλάει έτσι για τον Παύλο;)
Πίσω της ακριβώς κάνει την εμφάνιση του ο Δημήτρης, φανερά λυπημένος
-Άννα...
-Α..εσύ. Τι θέλεις πάλι;
-'Ήθελα μόνο να ζητήσω συγνώμη.
-Λες αλήθεια;
-Ναι φέρθηκα άσχημα. Ήθελα μόνο να ξεσπάσω και βρέθηκες εσύ μπροστά μου.
-Σοβαρά; Εγώ θα πληρώσω; Όχι αγαπητέ μου, γύρισε στην πόλη και ξέσπασε στην Μαρίνα αν θέλεις.
-Όχι, δεν μπορώ. Δεν θέλω να ικανοποιηθεί. Εξάλλου τώρα αυτή είναι με τον Παύλο.
Στο άκουσμα αυτού του ονόματος η Άννα πετάγεται σαν ελατήριο. Όχι δεν είναι δυνατόν. δεν μπορεί η μοίρα να της παίζει τόσο άσχημα παιγνίδια. Μα πως...ο δικός της Παύλος;
-Ηρέμησε σε παρακαλώ μην κάνεις έτσι.
-Λέγε τι ξέρεις;
-Η Μαρίνα μου είπε ότι συναντήθηκαν τυχαία και ερωτεύτηκαν ο ένας τον άλλο...μόνο αυτό ξέρω.
Η Άννα ξεσπάει...
-Φύγε...μακριά από εδώ. Εξαφανίσου! Δεν θέλω να σε ξαναδώ...ποτέ πια.
-Άννα, δεν φταίω εγώ...
-Φύγε σε θεωρούσα φίλο μου αλλά εσύ...
-Εγώ τι; Σκέφτηκα ότι δεν ωφελούσε να χαλάσω τις διακοπές σου. Άλλωστε τι σημασία θα είχε αν το ήξερες.
-Ίσως έχεις δίκιο. Δεν ξέρω καν γιατί θύμωσα. Ίσως να είναι καλύτερα έτσι.
Χαμογελούν. Δυο θλιμμένα χαμόγελα. Καλύτερα από τα δάκρυα.
-Πάμε για παγωτό;
-Ναι γιατί όχι;
Περπατώντας ό ένας δίπλα στον άλλο, παίρνουν τον δρόμο για την πρώτη καφετέρια που θα συναντήσουν. Αυτό λέγεται συμπαράσταση.
Οι μέρες περνούν όσο το δυνατόν καλύτερα και για τους δυο φίλους. Νιώθουν άνετα ο ένας κοντά στον άλλο. Διασκεδάζουν, γελούν, ξενυχτούν. Χαίρονται τις διακοπές τους. Κάνουν αυτό που θα έπρεπε να κάνουν από την πρώτη στιγμή που πάτησαν την προβλήτα του μικρού λιμανιού. ΄Ολα είναι ευχάριστα και όμορφα. Παντού υπάρχει χρώμα. Το χρώμα της χαράς, της φιλίας και του έρωτα. Και όταν τα χέρια σμίγουν τυχαία, μόνο για μια στιγμή, νιώθουν κάτι διαφορετικό.
(Κι όμως μόνο εγώ μπορώ να καταλάβω πόσο υποφέρει. Όμως εγώ δεν προσβάλω τους άλλους, και ας είμαι στις μαύρες μου...ο γέρος σου, που βρίσκει το θράσος να μιλάει έτσι για τον Παύλο;)
Πίσω της ακριβώς κάνει την εμφάνιση του ο Δημήτρης, φανερά λυπημένος
-Άννα...
-Α..εσύ. Τι θέλεις πάλι;
-'Ήθελα μόνο να ζητήσω συγνώμη.
-Λες αλήθεια;
-Ναι φέρθηκα άσχημα. Ήθελα μόνο να ξεσπάσω και βρέθηκες εσύ μπροστά μου.
-Σοβαρά; Εγώ θα πληρώσω; Όχι αγαπητέ μου, γύρισε στην πόλη και ξέσπασε στην Μαρίνα αν θέλεις.
-Όχι, δεν μπορώ. Δεν θέλω να ικανοποιηθεί. Εξάλλου τώρα αυτή είναι με τον Παύλο.
Στο άκουσμα αυτού του ονόματος η Άννα πετάγεται σαν ελατήριο. Όχι δεν είναι δυνατόν. δεν μπορεί η μοίρα να της παίζει τόσο άσχημα παιγνίδια. Μα πως...ο δικός της Παύλος;
-Ηρέμησε σε παρακαλώ μην κάνεις έτσι.
-Λέγε τι ξέρεις;
-Η Μαρίνα μου είπε ότι συναντήθηκαν τυχαία και ερωτεύτηκαν ο ένας τον άλλο...μόνο αυτό ξέρω.
Η Άννα ξεσπάει...
-Φύγε...μακριά από εδώ. Εξαφανίσου! Δεν θέλω να σε ξαναδώ...ποτέ πια.
-Άννα, δεν φταίω εγώ...
-Φύγε σε θεωρούσα φίλο μου αλλά εσύ...
-Εγώ τι; Σκέφτηκα ότι δεν ωφελούσε να χαλάσω τις διακοπές σου. Άλλωστε τι σημασία θα είχε αν το ήξερες.
-Ίσως έχεις δίκιο. Δεν ξέρω καν γιατί θύμωσα. Ίσως να είναι καλύτερα έτσι.
Χαμογελούν. Δυο θλιμμένα χαμόγελα. Καλύτερα από τα δάκρυα.
-Πάμε για παγωτό;
-Ναι γιατί όχι;
Περπατώντας ό ένας δίπλα στον άλλο, παίρνουν τον δρόμο για την πρώτη καφετέρια που θα συναντήσουν. Αυτό λέγεται συμπαράσταση.
Οι μέρες περνούν όσο το δυνατόν καλύτερα και για τους δυο φίλους. Νιώθουν άνετα ο ένας κοντά στον άλλο. Διασκεδάζουν, γελούν, ξενυχτούν. Χαίρονται τις διακοπές τους. Κάνουν αυτό που θα έπρεπε να κάνουν από την πρώτη στιγμή που πάτησαν την προβλήτα του μικρού λιμανιού. ΄Ολα είναι ευχάριστα και όμορφα. Παντού υπάρχει χρώμα. Το χρώμα της χαράς, της φιλίας και του έρωτα. Και όταν τα χέρια σμίγουν τυχαία, μόνο για μια στιγμή, νιώθουν κάτι διαφορετικό.
Σε κάποιες απο τις βόλτες τους στην παραλία ο Δημήτρης νιώθει την ανάγκη να ανοίξει την καρδιά του.
-Άννα ξέρεις...νιώθω πολύ καλύτερα. Κάθε μέρα που περνάει σκέφτομαι όλο και λιγότερο τη Μαρίνα...εσύ σκέφτεσαι καθόλου τον Παύλο;
-Εγώ; ναι... όμως δεν νιώθω πια άσχημα. Βαρέθηκα να κλαίω για αυτόν.
-Μπράβο ούτε και εγώ θέλω να υποφέρω για κάποια που με κορόιδεψε.
Ο Δημήτρης αγκαλιάζοντας την φίλη του, της ανακοινώνει την σκέψη του.
-Άννα, τι θα ΄λεγες αν δοκιμάζαμε να χαρούμε τις διακοπές μας;
-Ξέρεις τι λέω εγώ; είναι θαυμάσια η ιδέα σου.
Και έτσι από την επομένη βάζουν σε εφαρμογή το σχέδιό τους.
Το απόγευμα τους βρίσκει να παίζουν στην χρυσή αμμουδιά, κάτω από τις ζεστές ακτίνες του ήλιου.
-Ε..μην πετάς την μπάλα τόσο ψηλά, θα την πάρει ο αέρας.
-Έλα μη φοβάσαι...
Η μπάλα με ένα δυνατό χτύπημα απο τον Δημήτρη φεύγει απο την πορεία της και κατευθύνεται προς την αφρισμένη θάλασσα.
-Συγνώμη, εγώ φταίω...την πέταξα πολύ δυνατά!
-Θα πέσει στη θάλασσα..άρχισε να φυσάει πολύ δυνατά.
-Ας σταματήσουμε καλύτερα...κρυώνεις;
-Λίγο...
-Ας γυρίσουμε στο ξενοδοχείο.
Ο Δημήτρης την παίρνει αγκαλιά, και παίρνουν τον δρόμο της επιστροφής μαζί, και χωρίς να το καταλάβουν, έχουν ξεχάσει αυτό που από καιρό τους βασάνιζε.
Και λίγες μέρες αργότερα, οι δυό φίλοι κάνουν ένα μικρό πικ-νικ στο μικρό δασάκι που βρίσκεται κοντά στο χωριό.
Αφού έπαιξαν σαν μικρά παιδιά ανάμεσα στα δέντρα και έφαγαν με πολύ όρεξη τα φαγητά που είχαν φέρει μαζί τους, αποφάσισαν να παίξουν και χαρτιά.
-Έκλεισα! Σε νίκησα...φωνάζει θριαμβευτικά η Άννα.
-Δεν είναι αλήθεια...έκλεψες σε είδα, πήρες αυτό το χαρτί από...
Ο Δημήτρης της πιάνει αυθόρμητα το χέρι και της το χαιδεύει.
-Κάποτε έπαιζα ώρες ολόκληρες μαζί με την Μαρίνα αυτό το παιγνίδι.
Η Άννα αμήχανη...
-Άφησε το χέρι μου σε παρακαλώ...
-Άννα...μα δεν καταλαβαίνεις τι μου συνέβει...γιατρεύτηκα σε ελάχιστες μέρες και ξέρεις γιατί;
-Όχι...
-Εσύ είσαι η αιτία. Μόλις μου χαμογελάς όλα σβήνουν. Ακόμη και η Μαρίνα...
-Δημήτρη...
-Πες μου ότι δεν σκέφτεσαι εκείνον. πες μου ότι συνέβει και σε σένα το ίδιο.
-Δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι ότι νιώθω άνετα κοντά σου. Ότι δεν έχω πια διάθεση να
κλάψω.
Κοιτάζονται στα μάτια τρυφερά.
-Νιώθεις καλά μαζί μου;
-Ναι...
Ο Δημήτρης την αγκαλιάζει και πλησιάζει τα χείλη της. Νιώθουν ρίγη ηδονής να διαπερνά τα κορμιά τους, σαν ηλεκτρικό ρεύμα.
Ίσως αυτό να είναι έρωτας...
ζούσαν ένα έρωτα πρωτόγνωρο και οι δυο. Καθημερινά έκαναν μακρινές βόλτες και χάνονταν στις απέραντες παραλίες του νησιού, αλλά και στο μικρό δασάκι.
Η Άννα όμως βασανιζόταν συχνά απ'ο σκέψεις. Τρελλές σκέψεις. Την αγαπά πραγματικά ο Δημήτρης ή παίζει μαζί της;
Μιά απο τις μέρες που ακολούθησαν, καθώς ψάρευαν παρέα, η Άννα για άλλη μια φορά σκέφτεται.
(Τον αγαπώ...τον αγαπώ τρελλά, το ξέρω. Αυτό που ένιωθα για τον Παύλο ήταν ένα νεανικό πείσμα. Νόμιζα πως τον αγαπούσ γιατί δεν μυ έδινε σημασία. Τι κέρδισα όλα αυτά τα χρόνια; Τίποτα...ούτε μια στιγμή ευτυχίας. Ο αληθινός έρωτας είναι αλλιώς...είναι κάτι διαφορετικό...)
Έρωτας είναι είναι η επιθυμία να γελάσεις, να παίξεις...όχι να κλαις.
(...όμως ανάμεσα στον Δημήτρη και στην Μαρίνα υπήρξε κάτι αληθινό...δεν ήταν μια ψευδαίσθηση...άραγε την έχει ξεχάσει ή μήπως προσπαθεί να την ξεχάσει μαζί μου;)
Η σκέψη της παγώνει την καρδιά. Αμέσως όμως την διώχνει από το μυαλό της.
Ο Δημήτρης κρατάει με δύναμη το καλάμι του ψαρέματος και βγάζει στην επιφάνεια ένα μικροσκοπικό ψαράκι. που δυστυχώς για αυτό, θέλησε να ξεπεράσει την πείνα του με το σκουλίκι που είχε χρησιμοποιήσει ως δόλωμα ο νεαρός ψαράς.
-Να εξασφάλισα το μεσημεριανό μας...τι λες φτάνει και για τους δυο μας;
-Εξαρτάται...αν αρχίσουμε αυστηρή δίαιτα...
-Έχεις δίκιο, είναι πολύ μικρό...
Είναι τόσογλυκός μαζί της. Πως να μην πιστέψει στον έρωτά του;
-Δεν έχω διάθεση να συνεχίσω το ψάρεμα...έχω στο μυαλό μου κάτι πιο όμορφο αλλά και πολύ πονηρό...
Σε δυο μέρες για τον Δημήτρη και την Άννα τελείωσαν οι διακοπές και γύρισαν πίσω στην πόλη. Ο Δημήτρης την συνοδεύει ως στο διαμερισμά της και της εκμηστηρεύεται τον φόβο του. Ένα φόβο που τον βασάνιζε σε όλη την διάρκεια του ταξιδιού.
-Φοβάμαι λίγο... ο Παύλος μένει εδώ...θα τον βλέπεις κάθε μέρα.
-Μόνο για δυο χρόνια...μετά θα παντρευτούμε...έτσι δεν μου είπες;
-Ποιά ειναι η Μαρίνα;
-Και ποιός είναι ο Παύλος; Αφού εσένα αγαπώ, το ξέρεις καλά.
Αγκαλιάζονται με πάθος.
-ναι το ξέρω ότι με αγαπάς. Θα είμαστε ευτυχισμένοι μαζί.
Ο Δημήτρης μπαίνει στο αυτοκίνητο του και κατευθύνεται προς το σπίτι του.
Ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια που τον οδηγούν στην κύρια είσοδο σκέφτεται ότι είναι σίγουρος πια, τη Μαρίνα ούτε που τη θυμάται. Και ο Παύλος είναι μια μικρή ενοχλητική σκέψη.
(Τον αγαπούσε για χρόνια...εντάξει...αλλά τώρα πια τον έχει ξεχάσει. Τώρα αγαπάει εμένα και όλα θα πάνε μια χαρά.)
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου