-Δεν είναι ότι δεν θέλω, αλλά...μη μου πεις πως δεν το ΄χεις καταλάβει...
-Τι να έχω καταλάβει;
-Είναι ερωτευμένος μαζί μου...αλλά θα τα πούμε μετά. Μας είδε και έρχεται προς τα εδώ.
-Γειά σας! Πως πήγε το μάθημα;
-Πολύ καλά. Μάλλον και οι 2 πάμε για δέκα.
-Μπράβο...να το γιορτάσουμε;
(Κοίτα πως την τρώει με τα μάτια του. Κι εγώ δεν είχα καταλάβει τίποτα. Είμαι πράγματι εκτός τόπου και χρόνου. Η σκέψη του Παύλο μ΄έχει αποροφήσει τελείως ,μα αυτός δεν μ΄αγαπά, ούτε καν με κοιτάζει.)
-Θα έρθεις στη καφετέρια Άννα; Πρέπει να κεράσουμε για την επιτυχία μας.
-Δυστυχώς δεν μπορώ να έρθω. Εγώ θα κεράσω μια άλλη μέρα. Πρέπει να φύγω.
Η Άννα κατευθήνεται βιαστικά προς την άκρη του δρόμου όπυ την περιμένει μια μηχανή μικρών κυβικών, δώρο των γενεθλίων της απο τους γονείς της .
Βιάζεται γιατί αυτή είναι η ώρα που ο Παύλος γυρίζει στο διαμερισμά του.Ακριβώς δίπλα απο το διαμέρισμα της Άννας. Τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορεί. Σε λιγότερο απο δέκα λεπτά φτάνει στην είσοδο της πολυκατοικίας. Ενώ παρκάρει το μηχανάκι της στην γνωστή γι αυτήν θέση σκέφτεται: (Μόλις που πρόλαβα...παρκάρει το αυοκίνητο του. Σήμερα όμως θα τολμήσω...το υποσχέθηκα στον εαυτό μου...ωποσδήποτε θα του πω κάτι...)
Με δυσκολία προσπαθεί να συγκρατήσει την ταραχή της.Ο Παύλος είναι έτοιμος να περάσει την πόρτα της εισόδου. Προσπαθεί να φανεί αδιάφορη.
-Γειά...
-Ε, γειά σου μικρή.
(Μικρή;)
Ο Παύλος προχωρεί προς το ασανσέρ. Μόλις ανοίγει την πόρτα, η Άννα...
-Περιμένεται, αναβαίνω κι εγώ.
-Συγνώμη. Έτσι όπως στεκόσουν στην πόρτα, νόμιζα ότι περίμενες κάποιον.
-Όχι...ναί...(περίμενα εσένα...)...δεν περίμενα κανένα. Το ξέρεις ότι έδωσα αστικό δίκαιο σήμερα; Πήρα μάλλον δέκα.
-Μπράβο, συγχαρητήρια.
Το ασανσέρ σταμάτησε.Βγαίνουν και οι δύο στο μακρύ διάδρομο. Ο Παύλος αποχαιρετά την Άννα.
-Γειά σου.
-Γειά...(εξαφανίσου...σε μισώ...).
Η Άννα πηγαίνει προς το διαμερισμά της. Ανοίγει την πόρτα και καθώς προχωρά προς το δωμάτιο της αναθεωρεί την γνώμη της.
(Όχι δεν είναι αλήθεια. Τον αγαπώ...δεν θα μπορέσω να του το πω ποτέ.)
Απο το βάθος ακούει την Μαρία την συγκάτοικό της.
-Άννα εσύ είσαι;
Βλεποντά στην η Μαρία στεναχωρημένη την ρωτάει
-Γιατί τόσο θλημένη; Δεν έγραψες καλά;
-Αντίθετα έγραψα πολύ καλά. ΄Μάλλον πάω για δέκα.
-Ευτυχώς, ανησυχούσα...είχες διαβάσει πολύ καλά...μα, που πας;
-Στο δωματιό μου. Θα σε δω μετά.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
δεν έχει τρίτο μέρος;
ΑπάντησηΔιαγραφή